Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Σκέψου λέει μια μέρα, οι άνθρωποι να μην χρειάζονται να φύγουν από την ζωή για να τους δείξεις την αγάπη σου.
Να μην χρειαστεί να σταθούν πλάι σου στο τέλος.
Να μην χρειαστεί να περπατήσεις σε βαθιά μοναξιά και σκοτάδι μόνο και μόνο για να σου πουν στην λήξη σου, πόσο σε νοιάζονταν και πόσο σε αγαπούσαν.
Σκέψου λέει μια μέρα, να έλεγες όσα νιώθεις, πριν να είναι αργά.
Να έκανες πράξεις όλα εκείνα τα “όταν θα…”
Να δήλωνες παρόν, όταν όλα φώναζαν “απών”
Και μετά, όταν δεν υπάρχει πια χρόνος, βρίσκουμε όλον τον χρόνο του κόσμου. Για να μιλήσουμε. Για να θυμηθούμε. Για να πούμε στους άλλους πόσο σημαντικός ήταν ένας άνθρωπος που όσο ήταν εδώ, τον αφήναμε να αναρωτιέται αν ήταν σημαντικός για εμάς.
Παράξενο πράγμα η αγάπη μας. Όσο έχουμε τον άλλον απέναντί μας, κάνουμε οικονομία. Στις λέξεις, στις πράξεις, στην παρουσία. «Ξέρει», λέμε. «Θα βρεθούμε». «Θα πάρω αύριο». «Μόλις περάσει αυτό». Κι όλο περνάει κάτι και έρχεται κάτι άλλο. Δουλειές, νεύρα, υποχρεώσεις, εγωισμοί, η ζωή που δήθεν δεν προλαβαίνουμε να ζήσουμε επειδή είμαστε πολύ απασχολημένοι να τη διεκπεραιώνουμε. Και κάπου εκεί, ένας άνθρωπος περιμένει ένα «όταν» που μπορεί να μην έρθει ποτέ.
Μετά όμως δεν τσιγκουνευόμαστε τίποτα. Μετά περισσεύουν τα «σ’ αγαπούσα». Τα «ήσουν σημαντικός για μένα». Τα «μακάρι να ήξερες». Ξαφνικά θυμόμαστε κάθε λεπτομέρεια, κάθε κουβέντα, κάθε στιγμή. Μόνο που υπάρχει μια μικρή, άβολη λεπτομέρεια. Έπρεπε να τα ξέρει τότε. Όχι να τα ακούσουν οι υπόλοιποι τώρα.
Δεν ξέρω πότε ακριβώς αποφασίσαμε ότι ο χρόνος μάς χρωστάει. Δεν μας χρωστάει τίποτα. Ούτε άλλη μία μέρα, ούτε άλλη μία κουβέντα, ούτε μία τελευταία ευκαιρία για να διορθώσουμε όσα από αναβολή, εγωισμό, φόβο ή απλή ανθρώπινη βλακεία αφήσαμε στη μέση. Κι αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αυταπάτη μας. Συμπεριφερόμαστε στους ανθρώπους που αγαπάμε σαν να έχουν ημερομηνία λήξης που κάποιος θα φροντίσει να μας ανακοινώσει εγκαίρως.
Δεν θα την ανακοινώσει.
Γι’ αυτό αν αγαπάς, κάν’ το όσο ο άλλος είναι εδώ για να το νιώσει. Αν νοιάζεσαι, φάνηκε. Αν σου λείπει, πήγαινε. Αν έχεις κάτι να πεις, πες το. Όχι όταν βολέψει. Όχι όταν πέσουν οι τόνοι. Όχι όταν τελειώσουν οι δουλειές. Όχι όταν γίνει η ζωή λίγο πιο εύκολη.
Γιατί κάποια «αργότερα» δεν γίνονται ποτέ «τώρα».
Και τότε δεν πονάει μόνο που έχασες έναν άνθρωπο.
Πονάει που είχες χρόνο να τον αγαπήσεις φωναχτά και διάλεξες να τον αγαπάς από μέσα σου.
Εκεί που δεν μπορούσε να σε ακούσει.
