Γράφει η Ζωή Αρχοντάκη
Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αποτυγχάνουν. Υποχωρούν.
Και είναι πολύ διαφορετικά αυτά τα δύο.
Η αποτυχία θέλει προσπάθεια. Θέλει να δοκιμάσεις, να εκτεθείς, να ρισκάρεις, να πέσεις με τα μούτρα πάνω σε έναν τοίχο που δεν ήξερες ότι υπάρχει. Η υποχώρηση είναι πιο ύπουλη. Φοράει το κοστούμι της λογικής. Έρχεται ντυμένη προσοχή, ωριμότητα και σύνεση. Σε πείθει ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Ότι χρειάζεσαι λίγο ακόμη χρόνο. Λίγη ακόμη προετοιμασία. Λίγη ακόμη σιγουριά.
Κι έτσι περνούν μήνες. Μετά χρόνια. Και κάποια μέρα συνειδητοποιείς ότι δεν σε κράτησαν πίσω οι δυσκολίες. Σε κράτησε πίσω η ανάγκη σου να είσαι βέβαιος πριν ξεκινήσεις.
Μόνο που η ζωή δεν συνεργάστηκε ποτέ με τη βεβαιότητα.
Δεν στέλνει προσκλήσεις. Δεν δίνει πρόβες. Δεν μοιράζει χάρτες με σημειωμένα τα λάθη και τις παγίδες. Σε πετάει κατευθείαν μέσα και περιμένει να δει τι θα κάνεις.
Κι εκεί είναι που χωρίζουν οι άνθρωποι.
Όχι στους έξυπνους και στους χαζούς. Όχι στους τυχερούς και στους άτυχους.
Σε αυτούς που τολμούν και σε αυτούς που περιμένουν.
Οι δεύτεροι έχουν πάντα μια καλή δικαιολογία. Περιμένουν να μαζέψουν περισσότερα χρήματα. Να βρουν τον σωστό άνθρωπο. Να νιώσουν έτοιμοι. Να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα μέσα τους. Περιμένουν τόσο πολύ, που στο τέλος η αναμονή γίνεται χαρακτήρας.
Και ξέρεις ποια είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία;
Ότι οι άνθρωποι που φοβούνται περισσότερο να χαθούν, είναι συνήθως εκείνοι που χάνονται πιο εύκολα.
Όχι σε λάθος δρόμους.
Σε αχρησιμοποίητες δυνατότητες.
Σε σχέδια που δεν ξεκίνησαν ποτέ.
Σε λόγια που δεν ειπώθηκαν.
Σε ζωές που έμειναν μόνιμα στο πρόχειρο.
Γιατί στο τέλος δεν σε στοιχειώνουν οι κακές αποφάσεις. Με αυτές τουλάχιστον έζησες κάτι. Σε στοιχειώνουν οι αποφάσεις που δεν πήρες ποτέ. Οι πόρτες που κοιτούσες για χρόνια χωρίς να γυρίσεις το χερούλι.
Και κάπως έτσι, χωρίς θόρυβο, χωρίς δράμα και χωρίς καταστροφές, χάνεται ο κόσμος.
Όχι επειδή πήγε λάθος.
Αλλά επειδή δεν τόλμησε ποτέ να ξεκινήσει.
