Γράφει η Ηρώ Αναστασίου
Δεν θα βρείτε επιχειρήματα ικανά να μας πείσετε.
Κάποιοι ζούμε με το αντάρτικο στην καρδιά μας.
Το προσπάθησα πολύ.
Μόνη μου έμπηγα το μαχαίρι στην καρδιά μου, όταν με πλήγωναν.
Αλλά μόνη μου το έβγαζα και επούλωνα τις πληγές μου.
Δεν άφησα ποτέ πληγή να με μακελέψει, να με ξεκληρίσει.
Είχα από μικρή μια δύναμη, αυτήν με έκανε να προχωράω μπροστά και να μην κάνω άσκοπες στάσεις.
Αυτήν μου έδινε φτερά στα όνειρά μου.
Και ξέρεις κάτι; Δεν πτοήθηκα ποτέ.
Το θεριό μέσα μου βρυχάται, τολμάει, ματώνει, πέφτει ξανασηκώνεται και συνεχίζει.
Δεν σας αφήνω ρε να με ρίξετε κάτω, γιατί το πάτωμα δεν είναι η γωνιά μου.
Η δικιά μου γωνιά είναι εκεί ψηλά που χτυπάει ο άνεμος.
Ο δρόμος μου μακρύς και μερικές φορές εξοντωτικός.
Δεν υπάρχει φόβος, τον κατέρριψα, τον ισοπέδωσα.
Κι είναι φορές που μιλάει το θεριό μέσα μου με τα ξωτικά και αγαλλιάζει.
Κι εκείνο το ηλιοβασίλεμα που μπαίνει στην θάλασσα χαϊδεύει την ψυχή μου.
Πόσο απλά είναι τα πράγματα και πόσο δύσκολα τα κάνουμε.
Κρύβεται η ζωή πολλές φορές και πρέπει να την βρούμε, να την λαχταρίσουμε, να την αρπάξουμε μέσα στα δυο μας χέρια.’
Κι αυτό που θέλω να σωθεί και να φυλάξω θα το πω σε μια καρδιά που θα κοιτάξει βαθιά μέσα μου.
Σε μια καρδιά που θα ανήκει μόνο σε μένα.
Αυτήν που θα φοβάται μήπως με χάσει!
