Γράφει η Αντζέλικα Θεοφανίδη
Θυμάσαι που μου είπες ότι δεν θα με αγαπήσει άλλος όπως εσύ;
Το πίστευα γιατί η αγάπη σου ήταν παρούσα σε κάθε στιγμή της ημέρας μου, δεν αμφέβαλα ποτέ γι’αυτή. Δεν μου άφηνες περιθώρια να πιστέψω το αντίθετο. Ήξερα πως είχαμε κάτι ξεχωριστό, σε ένα κόσμο που συμβιβάζεται με το λίγο και το χλιαρό. Μας έτυχε κάτι το μαγικό σε ένα κόσμο γκρι και άνοστο. Σε ένα κόσμο που ψάχνει μια ζωή και ίσως δεν το βρει και ποτέ, αυτό που εμείς είχαμε και με το παραπάνω. Να μιλάμε με τα μάτια, να κουμπώνουν οι ψυχές και τα κορμιά μας λες και φτιάχτηκαν από το ίδιο υλικό.
Είμασταν εμείς ενάντια στον κόσμο. Το θυμάσαι;
Έτσι έλεγες, και τα μάτια σου άλλαζαν, πείσμωναν γιατί ήξερες πως ό,τι και να συνέβαινε θα το παλεύαμε, γιατί δεν φαινόταν να έχουμε άλλη επιλογή. Εσύ έβρισκες νόημα σε μένα και εγώ καταφύγιο στην αγκαλιά σου και ένιωθα πως όλα τα μπορούσα.
Η αγάπη μας όλα θα τα ξεπερνούσε, αρκεί να το πιστεύαμε και να το τολμούσαμε περισσότερο. Τόσο σπάνια ήταν που τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Έπρεπε να τη ζήσουμε και ας ήταν όλα κόντρα. Όλα εκτός από μένα, κόντρα σε σένα. Να τη ζούσαμε για το σήμερα και το κάθε σήμερα μη περιμένοντας τίποτα άλλο από τη ζωή. Το σήμερα θα έφερνε το αύριο γιατί θα το περνούσαμε παρέα, εγώ και εσύ.
Ξέρεις τι πονάει περισσότερο απ’ολα; Το ότι όλα αυτά τα γράφω για μια αγάπη που ήταν, ενώ θα έπρεπε να είναι. Τώρα και για πάντα.
Θυμάσαι που σου είπα πως δεν θα σε αγαπήσει άλλη όπως εγώ;
Αυτό να μην το ξεχάσεις ποτέ. Εγώ αγάπησα το φως σου αλλά κυρίως τα σκοτάδια σου. Τα έκανα και δικά μου για να μην τα φορτώνεσαι μόνος σαν βάρος ασήκωτο και θα το έκανα ξανά, από την αρχή, γιατί για σένα αγάπη μου θα έφτανα μέχρι το τέλος του κόσμου και ακόμη παραπέρα.
Σε όσους πολέμους και αν έπρεπε να πάω θα πήγαινα, γιατί κάθε μάχη για μένα ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Με όσους εχθρούς και αν έπρεπε να τα βάλω, θα τα έβαζα. Για μένα ήταν μονόδρομος.
Ο πιο όμορφος μονόδρομος ήσουν εσύ..
