Γράφει η Λάουρα Σαργέντη
Μετακαραντινάτος έρωτας #4
Φφφφφφρρρρρ! Φάααουλ μεσιέ! Φάουλ! Σιωπή ρε μη σου βγάλω κόκκινη κάρτα!
Άκου εκεί έκλεισες! Τι έκλεισες καλέ; Τα παραθυρόφυλλα της καρδιάς; Και ποιος σου είπε πως η καρδιά σταματάει να δουλεύει επειδή εσύ, έλα πες το…
Φοβήθηκες! Βρε χέστη! Φοβήθηκες την αγάπη και κλείστηκες στο καβούκι σου; Ε, λίγο η καραντίνα, λίγο το παλτουδάκι της γλυκιάς μοναχικότητας, που να μπλέκεις πάλι σε έρωτες, τραγούδια και χαρές! Καλά είμαστε εδώ τα δύο μας αγαπημένο μου pet. Ας κλείσω το παράθυρο στις μεθυστικές μυρωδιές του έρωτα γιατί, φοβάμαι.
Ξέρεις το εκρηκτικό μείγμα της αμερικανοποίησης, των greeklish, σε συνδυασμό με την τεμπελιά, έφερε το αποτέλεσμα να έχουμε χάσει / ξεχάσει τη γλώσσα μας (μήπως την ξέραμε και ποτέ;).
Αυτό συνεπάγεται ότι πλέον μεταφράζουμε και χρησιμοποιούμε στείρες γλώσσες/ λέξεις όπως η αγγλική, που δυστυχώς δεν μπορεί να αποδώσει συναίσθημα, ένταση, ξεκάθαρο νόημα. Ξέρεις την σημασία της σωστής χρήσης του λόγου; Γνωρίζεις ότι το υποσυνείδητο σε παρακολουθεί νυχθημερόν και λαμβάνει λάθος μηνύματα όταν εσύ λες για παράδειγμα κοιτάζοντας μια όμορφη κοπέλα «Πω, πω, φοβερή γκόμενα».
Ποιο είναι το λάθος;
Για το «πω, πω» ούτε κουβέντα. Μπορείς και να έχεις δίκιο. Όσο για τη «γκόμενα» είναι λέξη που προϋπήρχε των social και των greeklish και βγαίνει από το go: πηγαίνω και men: άντρες. Καλά μέχρι εδώ, εάν και δεν το χρησιμοποιούσες κανονικά για μια κυρία. Το «φοβερή» όμως είναι καταστροφικό, εάν δεν το εννοείς πραγματικά, διότι εμπεριέχει τον Φόβο εκτός κι εάν είναι φοβιστικό το θέαμα. Μίλα! Σωστά! Αληθινά!
Εγώ θα σου πω, άσε με στη γλύκα του «μαζί» που τόσο λατρεύω και προχώρα. Όπου κι όπως θες. Ξεκάθαρα λόγια. Εδώ θα είμαι δίπλα σου. Αλλά… «μαζί» μάτια μου όμορφα. Μη φοβάσαι. Σ΄ αγαπώ. Όχι όταν είσαι κτήμα μου, αλλά όταν είσαι ευτυχισμένος, ελεύθερος, χαμογελά να φωτίζεται ο κόσμος όλος. Πάντα θα είσαι ένα κομμάτι της ζωής μου. Και ξέρεις κάτι; Δεν με φοβίζει ούτε ο έρωτας, ούτε η αγάπη. Ζω επειδή υπάρχουν. Εσύ; Για το φόβο μην πληγωθείς χάνεις όλη αυτή τι μαγεία; Τι κρίμα! Και νόμιζα ότι αγαπούσες την ανταριασμένη θάλασσα…
«Μόνο λόγια και καμώματα… Της αφήνει το χέρι»
( Γλυκιά Συμμορία, Νικολαΐδης).
