Γράφει η Αγγελική Μεταξά
Υπάρχουν κάποια «για πάντα» που μοιάζουν να γεννήθηκαν ήδη μισοπεθαμένα.
Που από την αρχή κρατούσαν μια βαλίτσα στο χέρι, έτοιμα να φύγουν πριν καν έρθουν στ’ αλήθεια.
Ήρθαν σαν υπόσχεση, μα έφυγαν σαν σιωπή. Κι εμείς μείναμε να κοιτάμε το κενό, να μετράμε μέρες, να σκοντάφτουμε σε αναμνήσεις που δεν είχαν προλάβει να γίνουν παρελθόν.
Είναι κάτι αγκαλιές που νομίζεις ότι θα κρατήσουν για πάντα, γιατί μοιάζουν με σπίτι. Αλλά τελικά ήταν σκηνές σε κάμπινγκ εποχιακό.
Κάτι φιλιά που σε έκαναν να νομίζεις ότι βρήκες τον Θεό, κι αργότερα σε άφησαν να ψάχνεις ακόμα και τον εαυτό σου.
Κάτι «σ’ αγαπώ» που έμοιαζαν με όρκο και κατέληξαν αποσιωπητικά σε μια πρόταση που κανείς δεν τόλμησε να τελειώσει.
Όχι, δεν πενθείς τον άνθρωπο. Πενθείς όλα αυτά που πίστεψες μαζί του.
Πενθείς εκείνα τα λόγια που έντυσες με νόημα, ενώ για εκείνον ήταν απλώς φθόγγοι.
Πενθείς τον εαυτό σου που τόλμησε να ελπίσει σε κάτι μόνιμο, ενώ μπλέχτηκε με κάποιον που ήξερε μόνο να περνά.
Πενθείς εκείνο το «για πάντα» που ήθελες να κρατήσεις σαν φυλαχτό και τελικά έλιωσε στα χέρια σου σαν αλάτι στη βροχή.
Κι όσο κι αν σε ρωτούν «πόσο κράτησε;», η απάντηση είναι πάντα ίδια: όχι όσο χρειαζόταν. Όχι όσο σου άξιζε. Όχι όσο ονειρεύτηκες.
Κράτησε τόσο ώστε να πονάει. Τόσο ώστε να μένει. Τόσο ώστε να λείπει.
Κι εσύ συνεχίζεις να αγαπάς «για πάντα», ακόμα κι αν το δικό του κράτησε μόνο «για λίγο».
