Διάλεξε μουσική, διάλεξε δηλητήριο γι’απόψε και κάτσε να τα πούμε.
Σήμερα θα πούμε για εκείνους που την έκαναν νωρίς. Ή που τους κάναμε να φύγουν νωρίς και σήμερα τους ψάχνεις στον πάτο ενός ποτηριού.
Κι όσο το δηλητήριο τελειώνει και απάντηση στον πάτο δεν βρίσκεις, ξαναγεμίζεις.
Ξανά και ξανά.
Είναι από εκείνα τα βράδια τα άδεια. Τόσο άδεια που η σιωπή τους σε τρομάζει κι εγώ δίνω μάχη να μην κατεβάσω ότι υπάρχει σε αλκόολ.
Τι με εμποδίζει;
Η γαμημένη η υπόσχεση που σου έδωσα, κι ας μην είσαι πια εδώ για να δεις αν την κρατάω ή όχι.
Θυμάμαι εκείνο τον παράξενο τύπο στα πρώτα χρόνια μου σαν barman, που μου έλεγε «έτσι θα κυλάει ο χρόνος, μικρέ»
Τον είχα ρωτήσει από ποιο δαίμονα ψάχνει να ξεφύγει και κάπου μετά το έκτο ποτό που άδειαζε, γύρισε και μου είπε «Γιατί ξόμεινα δω πίσω και μου λείπουν πολλοί πια. Και μ’ αυτό το διάολο, μου λείπουν περισσότερο.»
Τον είχα ξεχάσει τον τρελόγερο μέχρι απόψε.
Απόψε που ψάχνω την λύτρωση από τον ίδιο μου τον εαυτό. Λύτρωση από εκείνη την βίαιη, βλακώδη, ανθρώπινη τιμωρία που λέγεται μνήμη.
Γυναίκα φίλε η μνήμη, μην περιμένεις φιλότιμο.
Μην περιμένεις και μπέσα.
Λίγες τα έχουν αυτά. Κι αν αυτές τις λίγες τις μετρήσεις λάθος την κατάλληλη στιγμή, θα φύγουν και δεν θα γυρίσουν όσες συγγνώμες κι αν πετάξουν στα πόδια τους.
Και τώρα οι δυο μας, εγώ κι η μνήμη σου.
Όλη μέρα ζω με την απουσία σου και τα βράδια με την μνήμη σου!
Όλη μέρα σε μισώ και τις νύχτες σε ζητάω.
Με στοιχειώνει η μυρωδιά σου, με στοιχειώνει το άγγιγμά σου που δεν έχω πια.
Με στοιχειώνει ο ήχος από το περπάτημά σου.
Κοιτάω το κινητό, κοιτάω το ποτήρι.
Σε βλέπω να χαμογελάς, μ’ εκείνο το χαμόγελο που με έκανε να ξεχνάω και το όνομά μου.
Δηλητήριο φίλε, λίγο δηλητήριο ακόμα, μήπως και σε βρω στον πάτο του ποτηριού.
Κι αν μ’αγαπάει όσο έλεγε, μπορεί να γυρίσει να με μαλώσει που δεν κράτησα την υπόσχεσή μου.
Μπορεί να ξεχάσει και να γυρίσει..
