Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Το ξέρω αγάπη μου, την έχασες την πίστη σου!
Κουράστηκες να περιμένεις κάτι που δεν υπάρχει, κάτι που πια είσαι βέβαιη πως δεν θα ΄ρθει ποτέ, μα έχεις άδικο ψυχή μου.
Θα έρθω, στο υπόσχομαι!
Θα έρθω ένα πρωί που θα βαριέσαι να σηκωθείς από το κρεβάτι σου και θα σου πω.. “Τι κάνεις εκεί; Σήκω! Βάλε μια φόρμα και τα αθλητικά σου τα παπούτσια και πάμε έξω να περπατήσουμε μαζί μες την βροχή”.
Θα έρθω την ώρα που θα πίνεις βαριεστημένα κι από συνήθεια τον καφέ σου και θα σου πω.. “Από σήμερα θα τον πίνουμε μαζί, τέρμα οι συνήθειες, τα βαρετά και τα ανούσια”.
Θα έρθω ένα μεσημέρι που κατάκοπη θα γείρεις στο κρύο καναπέ σου, πατώντας στις μύτες των ποδιών μου, θα πάρω την κουβέρτα και θα σε σκεπάσω με φροντίδα, στοργή και προσοχή.
Θα έρθω σου λέω, και θα είναι απόγευμα, μιας ακόμη απ’ τις πολλές κι αδιάφορες Δευτέρες και θα σου πω…” Αυτή την Δευτέρα βάλε την στις υπενθυμίσεις του κινητού σου, για αυτή τη Δευτέρα θα είναι η μέρα που θα ξαναγεννηθείς”.
Θα έρθω ένα βράδυ που θα είσαι στα πατώματα πεσμένη, θα σε πιάσω από το εύθραυστο σου χέρι και θα σου πω… “Σήκω χαζούλα μου, το πάτωμα δεν είναι πια για σένα, για σένα είναι μόνο ο ουρανός “.
Θα έρθω μεσάνυχτα ακριβώς, την ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα για να μην ξέρεις αν είμαι αληθινός ή ένα παιχνίδι του μυαλού σου. Την ώρα ακριβώς που θα ποθείς ένα κορμί, και θα ενωθώ μαζί σου, αρμονικά κι απολυτά, έτσι όπως δεν ξανά – ενώθηκες ποτέ σου με άλλο σώμα, και θα σε κάψω, θα σε λιώσω, θα σε λυτρώσω. Έχεις τον λόγο μου!
Θα έρθω κορίτσι μου, αργά την νύχτα, σχεδόν ξημέρωμα κι όταν τα μάτια σου θα κλείσεις για να αποκοιμηθείς, θα μείνω πλάι σου. Κι όταν θα δω να φτάνουν οι γνώριμοι σου οι εφιάλτες, θα τους φωνάξω…”Μην την πειράξετε, αφήστε την επιτέλους να κοιμηθεί λιγάκι ήρεμη, αρκετά μου την ταλαιπωρήσατε όλοι σας”.
Θα έρθω ψυχή μου!
