Γράφει η Ελένη Σάββα
Εκείνη τη νύχτα δεν μιλούσα πολύ. Έβλεπα τα αστέρια, έψαχνα σιωπηλά εκείνο που στα μάτια μου έμοιαζε το πιο όμορφο. Κι εσύ με ρώτησες γιατί κοιτάω τον ουρανό.
Σου είπα πως μ’αρέσει να κοιτάω αυτά που αγαπώ. Με κοίταξες περίεργα.
“Όταν κοιτάω ψηλά, τίποτα δεν είναι άπιαστο. Τα αστέρια λάμπουν τόσο φωτεινά, ώστε να μπορούμε να τα δούμε. Αυτό δεν είναι όμορφο; Είναι μαγικό. Κι εμείς τα κοιτάμε έτσι, από μακρυά. Και φανταζόμαστε, και τα μετράμε, τα σημαδεύουμε, τα χαζεύουμε…
Και κάθε άστρο είναι διαφορετικό. Όπως κι οι άνθρωποι. Μην με ρωτάς γιατί κοιτάω τα αστέρια. Μ’αρέσει. Μ’αρέσει να κοιτάω το άπειρο, μ’αρέσει να ονειρεύομαι, μ’αρέσει να αγαπώ.
Μ’αρέσει να κοιτάω τους ανθρώπους όπως κοιτάω τα αστέρια! Μ’αρέσει να τους αγκαλιάζω για να τους φέρω κοντά μου.
Ζωγραφίζω τα όνειρα μου όταν κοιτάω τα αστέρια… Έτσι, χωρίς πινέλο, χωρίς καμβά, μόνο με τα μάτια και την καρδιά μου. Και τα φέρνω κάθε μέρα ένα βήμα πιο κοντά μου.
Όσο κοιτάω ψηλά, όλα είναι καλά. Τα προβλήματα μου ξαφνικά μοιάζουν μικρά, οι επιθυμίες μου μεγαλώνουν. Η αγάπη μου θέλει να φωνάξει, να ζήσει.
Μου δίνουν δύναμη αυτά εδώ τα αστέρια. Με κάνουν πιο άνθρωπο. Ίσως να μου δείχνουν τον δρόμο μου. Ίσως και όχι, ίσως να είμαι εγώ που ανακαλύπτω και δημιουργώ τον δρόμο μου βλέποντας τα.” σου είπα.
“Να αγαπάς. Να αγαπάς ανθρώπους κι ό,τι άλλο έχεις στην καρδιά σου. Ό,τι κι αν είναι, να το αγαπάς. Μόνο έτσι θα το φέρεις κοντά σου…”
