Γράφει η Μαρία Κοψίδα
Ήρθες μια μέρα και τάραξες την ηρεμία μου με τον πιο ασυνήθιστο τρόπο. Κατάλαβα πως ήσουν αυτό που πάντα ήθελα, κατάλαβα πως μέσα σε όλη αυτή τη βαβούρα που επικρατούσε μέσα μου εσύ έφερες τη γαλήνη μου.
Μου αρκούσε μόνο να σε κοιτώ, μόνο να σου μιλώ. Ήξερα πως οτιδήποτε παραπάνω συνέβαινε ανάμεσά μας θα χαλούσε τη μαγεία που στο μυαλό μου είχα φτιάξει. Σε είχα φτιάξει τον ιδανικό, το σωστό και όχι τον τέλειο. Όταν συναντιόμασταν δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου με κανένα τρόπο, με τραβούσαν σαν μαγνήτης και ένιωθα πως και εσύ αισθανόσουν το ίδιο.
Όταν άκουγα τη φωνή σου δεν μπορούσα να ελέγξω το μυαλό μου, δεν μπορούσα να κάνω τα πόδια μου να πάψουν να τρέμουν, και την καρδία μου να μην χτυπά τόσο δυνατά.
Όλα αυτά τα είχες δημιουργήσει χωρίς ποτέ να με ακουμπήσεις και χωρίς ποτέ να μου πεις ερωτόλογα.
Δεν ξέρω πως το έκανες και δεν θέλω να μάθω. Γιατί αν μάθω θα είναι δύσκολο, θα χαλάσω το ιδανικό που φαντάζομαι, θα διαλύσω αυτό που νιώθω. Απλά απαγορεύεται να συμβεί, καταλαβαίνεις;
Αν συμβεί δεν θα είναι όπως το ονειρεύτηκα και ο περίγυρος δεν θα μας αφήσει να το ζήσουμε όπως θέλουμε. Μου αρκεί που ξέρω ότι με σκέφτεσαι, όπως εγώ. Που σου λείπω χωρίς να με είχες ποτέ, όπως εγώ. Που καρτερείς για το πότε θα με ξαναδείς, που είναι τόσο αβέβαιο, όπως εγώ. Που πεθαίνεις για ένα μου χάδι ενώ ξέρεις ότι ποτέ δεν θα το έχεις, όπως εγώ. Γιατί ξέρω πως νιώθεις, είναι σαν να σε γνωρίζω χρόνια και να σε ξέρω όσο καλά ξέρω και τον εαυτό μου.
Όσο έντονο και αν είναι αυτό που νιώθουμε, δεν θα μπορέσει ποτέ να σβήσει τη λέξη ”απαγορευμένο” που υπάρχει με μεγάλα και έντονα γράμματα ανάμεσά μας. Δεν θα μπορέσουμε με κανένα τρόπο να νικήσουμε όλους αυτούς που θα πέσουν πάνω μας, όχι γιατί είναι πιο δυνατοί εκείνοι αλλά γιατί εμείς δεν αντέχουμε να μας χρεώσουν κάτι για το οποίο θα έπρεπε να ήμασταν περήφανοι.
Χίλιες φορές προτιμώ να ζω με τη σκέψη και την απουσία σου παρά να με κάνουν να μετανιώσω για κάτι που δεν τόλμησα ποτέ μου να ακουμπήσω. Προτιμώ να πεθαίνω κάθε βράδυ που δεν μας έδωσα μια ευκαιρία παρά να απορρίψω την ευκαιρία που μου δίνεται να σ’ έχω πάντα μέσα μου, δικό μου, άθικτο.
Είναι το πιο αγνό συναίσθημα που έχω νιώσει ποτέ και όταν σε κοιτώ, τα μάτια σου μου αποδεικνύουν αυτή την αγνότητα που έχεις μέσα σου, την έχεις μόνο για μένα, το ξέρω αυτό. Δεν ξέρω αν πρέπει να καταριέμαι την τύχη ή το πεπρωμένο που το πιο βαρύ και άθλιο ”δεν πρέπει” το φύλαξε για εμάς. Δεν ξέρω με πιο τρόπο να πείσω τον εαυτό μου ότι ποτέ δεν θα είμαστε μαζί, ότι ποτέ δεν θα μάθω το υπέροχο συναίσθημα που κρύβεις μέσα σου, και το κρατούσες μόνο για μένα. Δεν ξέρω πως θα αντέξεις όταν κ εσύ καταλάβεις ότι τελικά δεν θα μου το δωρίσεις όπως ήθελες και όπως περίμενες.
Το τέλος δεν θα μας βρει ποτέ μαζί. Κάθε μέρα τα βάζω με τον εαυτό μου που δεν μπορώ να ξεχάσω τα μάτια σου και τον τρόπο που με κοιτάνε. Δεν μπορώ, κοιμάμαι μαζί τους, ξυπνάω μαζί τους και το μόνο που εύχομαι είναι να μπορούσαν να είναι δίπλα μου, λες και φτιάχτηκαν για να κοιτούν μόνο εμένα. Γιατί το βλέμμα σου είναι διαφορετικό όταν κοιτάς εμένα!
Σκέφτομαι μόνο εσένα, ζω μόνο για σένα και θα πέθαινα για σένα. Αυτό είναι αλήθεια. Κοιμάμαι και ονειρεύομαι πως θα ήταν η ζωή μας αν…
Και είναι αυτό το ”αν” που έχει βαλθεί να με τιμωρεί τρυπώνοντας στα όνειρα μου και κάνοντας με να σε θέλω πιο πολύ, μα όταν ξυπνάω η πραγματικότητα με καλεί να την αντιμετωπίσω και τότε σε κρύβω πάλι στο πιο σκοτεινό ντουλάπι της ψυχής μου, εκεί που μόνο εγώ γνωρίζω ότι υπάρχεις.
Συγχώρεσε με που ποτέ δεν θα κάνω αυτό το βήμα για να έρθω πιο κοντά σου, έστω μέχρι το σημείο που θα μπορώ να αισθάνομαι την αναπνοή σου στο πρόσωπό μου. Συγχώρεσε με που ποτέ δεν θα σου πω όλα όσα νιώθω, παρ’ όλο που ξέρω ότι τα γνωρίζεις.
Όμως για μένα δεν θα πάψεις ποτέ να υπάρχεις, ποτέ δεν θα σε βγάλω από τη θέση που έχεις πάρει με το ”έτσι θέλω” μέσα μου. Ποτέ κανένας δεν θα σε αγγίξει, δεν θα αφήσω να αγγίξει την αγνή ψυχή σου με τα λερωμένα χέρια του. Και έχεις πάνω σου το απαγορευμένο σήμα, στην καρδία μου θα είσαι με το σήμα του υποχρεωτικού.
