Γράφει ο Πάνος Θεοδώρου
Όσα χρόνια κι αν περάσουν, τα γόνατά μου θα λυγίζουν μπροστά σ’ ένα σου χαμόγελο. Όχι από συνήθεια. Από αναγνώριση. Από εκείνη τη σιωπηλή στιγμή που το σώμα θυμάται πριν προλάβει το μυαλό να βάλει τάξη. Υπάρχουν χαμόγελα που δεν τα ξεπερνάς. Τα κουβαλάς. Σαν αποτύπωμα.
Δεν έχει να κάνει με το παρελθόν όπως το λένε οι άλλοι. Δεν είναι νοσταλγία. Είναι κάτι πιο άγριο. Πιο ζωντανό. Είναι το παρόν που τρεμοπαίζει κάθε φορά που σε βλέπω να χαμογελάς έτσι, όπως τότε. Όπως μόνο εσύ ξέρεις. Κι όλα μέσα μου κάνουν ένα βήμα πίσω, σαν να παραδέχονται ότι, ναι, εδώ χάνεται ο έλεγχος.
Έμαθα να στέκομαι όρθιος. Να μην υποχωρώ. Να μη δείχνω. Κι όμως, μπροστά σου, όλα αυτά ξεκουμπώνουν. Γιατί το χαμόγελό σου δεν ζητά άδεια. Δεν διαπραγματεύεται. Εισβάλλει. Και με βρίσκει πάντα απροετοίμαστο, όσο κι αν παριστάνω τον έτοιμο.
Δεν είναι έρωτας όπως τον περιγράφουν. Δεν είναι υπόσχεση. Δεν είναι σχέδιο. Είναι εκείνη η καθαρή στιγμή που καταλαβαίνεις πως κάποια πράγματα δεν φθείρονται με τον χρόνο. Δεν μικραίνουν. Δεν εξημερώνονται. Απλώς περιμένουν.
Κι αν αλλάξαμε, αν πήγαμε αλλού, αν μάθαμε να ζούμε αλλιώς, αυτό το χαμόγελο μένει ίδιο. Και με γονατίζει όχι γιατί με κάνει αδύναμο, αλλά γιατί μου θυμίζει ποιος ήμουν όταν ένιωθα χωρίς φίλτρα. Χωρίς άμυνες. Χωρίς δεύτερες σκέψεις.
Όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν θα προσπαθήσω να το ξεπεράσω. Δεν ξεπερνιούνται αυτά. Τα αποδέχεσαι. Τα σέβεσαι. Τα αφήνεις να υπάρχουν, όπως υπάρχουν οι αλήθειες που δεν φωνάζουν.
Κι αν κάποτε με δεις να στέκομαι λίγο πιο σιωπηλός απέναντί σου, να ξέρεις γιατί. Είναι γιατί μόλις χαμογέλασες. Και για μια στιγμή, λύγισα ξανά.
