Του Σπύρου Γιασεμίδη
Τα φοιτητικά dorm parties στο Newcastle είχαν κάτι το ξεχωριστό – μια αίσθηση νεο-χίπικης κουλτούρας, που συχνά μεταφραζόταν σε καθιστικά γεμάτα νεαρόκοσμο που διασκέδαζε ξέφρενα, χωρίς απαραίτητα να γνωρίζει ο ένας τον άλλο, υπνοδωμάτια προσωρινά κατειλημμένα από εραστές της μιας νύχτας, οι οποίοι απολάμβαναν τον έρωτα σαν αναλώσιμο αγαθό και πρωινά σπαρμένα με μεθυσμένους να κοιμούνται από δω κι από κει σε σκληρά πατώματα και καναπέδες που δεν γίνονταν κρεβάτια, αλλά αυτοί τους έκαναν με το έτσι θέλω.
Woodstock κομμένο σε διαμερίσματα, ένα πράμα.
Την πρόσκληση για το πάρτι δεν την παίρναμε τηλεφωνικώς ή με μήνυμα – είχαμε τα αυτιά μας ανοιχτά, κι αυτή ερχόταν και μας έβρισκε με τη μορφή μουσικής, τυλιγμένη σε στίχους των Queen, των Doors και κάποτε του Eminem. Ακούγαμε ‘don’t stop me now’ και τρέχαμε, σαν ναύτες προς τις σειρήνες, να βρούμε το πάρτι. Το διάβασμα έμπαινε σε αναμονή, η καρδιά σε εγρήγορση και οι αναστολές στον πάγο. Παίρναμε το πρώτο μπουκάλι με αλκοόλ που βρίσκαμε μπροστά μας και ακολουθούσαμε την μουσική, κι όταν την βρίσκαμε κοιτάζαμε να δούμε ποιοι από τους φίλους μας στα dorms την είχαν βρει πριν από εμάς, κι έτσι διέθεταν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στο “δούλεμα του δωματίου”.
Κάποιες φορές μαθαίναμε πως, το τι ξεκίνησε σαν μια παρεΐστικη συγκέντρωση τριών-τεσσάρων ατόμων, μετεξελίχθηκε στο πάρτι στο οποίο παραβρισκόμασταν, χάρη στο ότι τα ντεσιμπέλ της μουσικής που έπαιζε στο δωμάτιο είχαν ξεχυθεί στους διαδρόμους των dorms κι όσα ζευγάρια αυτιών βρήκαν στο δρόμο τους, τόσους ενοίκους είχαν καλέσει.
Σε τέτοια πάρτι υπήρχαν πάντα δυο τύποι κοριτσιών (είναι πολύ γρήγορα ακόμα για να τις αποκαλέσουμε ‘γυναίκες’!): οι λάτρεις της περιπέτειας και αυτές που αρέσκονταν στο πείραγμα άνευ συνέχειας και ο ένας τύπος ξεχώριζε από τον άλλο μετά από ορισμένες εκατοντάδες ml οινοπνεύματος. Όλες έπαιρναν το τεστ κι εμείς ήμασταν πάντα εκεί για να αξιολογήσουμε τα αποτελέσματα, ένα ποτήρι βότκα την φορά.
‘Refill;’ συνηθίζαμε να ρωτάμε, και στην παραμικρή υποψία μιας καταφατικής απάντησης, σε ένα ψίθυρο του ‘ναι’, τρέχαμε στο πλησιέστερο μπουκάλι να ανεβάσουμε την στάθμη του ποτού της νέας μας “φίλης”. ‘Τι έπινε;’ σκεφτόμασταν όταν φτάναμε εκεί. ‘Ποιος νοιάζεται;’ απαντούσαμε μόνοι μας, πάλι με ερώτηση, και ότι βρίσκαμε βάζαμε και ότι τους παίρναμε το έπιναν. Ε ρε τι ωραία που είναι να είσαι είκοσι χρονών και να μην υπάρχει η επόμενη μέρα μαζί με τις συνέπειες της στις σκέψεις σου.
Υπήρχε και η λεγόμενη «προσέγγιση του καναπέ», όπου στοχεύαμε το «θήραμά» μας, σαν θερμικός πύραυλος που κλειδώνει όταν ανιχνεύσει θερμότητα, και πηγαίναμε κοντά του φέροντας δώρα – ένα τσιγάρο, ένα ποτό, ένα κομπλιμέντο, κάτι, οτιδήποτε, απλά για να μην πάμε με άδεια χέρια και αρχίσουμε το φλερτ με μειονέκτημα. Μετά ακολουθούσε το κλασσικό σπάσιμο του πάγου, με ερωτήσεις του τύπου ‘τι πανεπιστήμιο πας;’ και ‘τι σπουδάζεις;’, και αν η απάντηση στην τελευταία ήταν ‘ψυχολογία’ τότε την είχαμε βαμμένη, αφού από θύτες γινόμασταν τα θύματα! Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος, η συζήτηση του καναπέ διέθετε μια μυστηριώδη γοητεία, εν μέρει επειδή δεν ήξερες πού θα οδηγούσε, δυο πόρτες παρακάτω ή σε αδιέξοδο και τον καθένα σε διαφορετικό καναπέ, και μερικώς επειδή η εν λόγω συζήτηση διεξαγόταν κάτω από σουρεάλ περιστάσεις – ένα καθιστικό γεμάτο μεθυσμένους φοιτητές, μουσική στη διαπασών και στη μέση ένας καναπές με δυο άγνωστους πάνω, να υπακούουν τυφλά στους νόμους της έλξης και να δοκιμάζουν διάφορους συνδυασμούς κουβέντων και χειρονομιών, μίξεις της συμβατικής γλώσσας με αυτήν του σώματος, σαν ερωτικοί αλχημιστές, στην προσπάθειά τους να μετατρέψουν το μολύβι σε χρυσάφι, τον καναπέ σε κρεβάτι. Ο καναπές στη μέση του πολύβουου καθιστικού ήταν η δική μας προσωπική φυσαλίδα στο καζάνι που κόχλαζε και άκουγε στο όνομα «φοιτητική ζωή». Το επιδιώκαμε πάντα κοχλαστό το καζάνι μας –η χλιαρή ζωή δεν είχε τη δύναμη να παράξει τις φυσαλίδες που τόσο πολύ αγαπούσαμε.
Τα dorm parties κάποτε λειτουργούσαν σαν ενδιάμεσος σταθμός παρά σαν τερματικός, προσφέροντάς μας ένα ωραίο “ζέσταμα”, ένα υγρό amuse-bouche στην γεύση της βότκας και της τεκίλας, πριν το κυρίως πιάτο του clubbing. Πίναμε, βγαίναμε, πίναμε, επιστρέφαμε, μπορεί να πίναμε ακόμη λίγο, ένα τελευταίο σφηνάκι, πενήντα ακόμη ml, για να γείρει η ζυγαριά της μέθης προς το φοιτητικό ντιβάνι. Τους πιο ωραίους ύπνους τους κάναμε όταν νιώθαμε ακόμη τα αυτιά μας να βουίζουν από την μουσική, σαν έμφυτο νανούρισμα. Αν υπήρχε και καμιά νέα καταχώρηση στο κινητό μας τηλέφωνο ακόμη καλύτερα – το ζήτημα ήταν τι θα της λέγαμε την επόμενη μέρα που θα της τηλεφωνούσαμε, αφού όλες σχεδόν οι νύχτες μας υπόκειντο σε φόρο διασκέδασης, πληρωτέο με blackouts. Θα δοκιμάζαμε όμως, δεν θα πετούσαμε την ευκαιρία. Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός – από κει και πέρα είναι αυτοσχεδιασμός, χημεία και μια μεζούρα τύχης.
Είχαμε διδαχτεί και στα χρηματοοικονομικά τότε τη θεωρία του “περίπατου του μεθυσμένου”, η οποία λέει ότι η μελλοντική πορεία της τιμής μιας μετοχής είναι εξίσου απρόβλεπτη με την κατεύθυνση του πρώτου βήματος σε ένα περίπατο ενός μεθυσμένου. Ακούγοντας τη λέξη ‘μεθυσμένος’ σε ένα, κατά τα άλλα, βαρετό μάθημα, δώσαμε προσοχή και εμπεδώσαμε τη θεωρία, αφού και οι δικοί μας περίπατοι, οι μεταμεσονύκτιοι τουλάχιστον, ήταν υπό την επήρεια του “νερού της φωτιάς”, και η νυχτερινή μας κατεύθυνση κι αυτή απρόβλεπτη, μα για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ο δείκτης του συναισθηματικού μας χρηματιστηρίου μόνο πάνω πήγαινε εκείνα τα χρόνια. Μάλλον θα ίσχυε παράλληλη θεωρία, αυτή του “περίπατου του μεθυσμένου…φοιτητή”, του οποίου το πρώτο βήμα έδειχνε να τραβάει (σχεδόν) πάντα προς τη σωστή κατεύθυνση!
Το τέλος ενός dorm party συνυπήρχε πάντα αρμονικά με την ανυπομονησία για την έναρξη του επόμενου, όπως η μέρα, στις στιγμές πριν από το σούρουπο, που φιλοξενεί το ισχνό φεγγάρι, το οποίο περιμένει την νύχτα για να λάμψει σε φουλ ισχύ. Σαν το φεγγάρι κι εμείς, περιμέναμε τότε τη νύχτα για να πάρουμε τα πάνω μας και να ανάψουμε στο εκατό τοις εκατό μας, και σαν αυτό πηγαίναμε για ύπνο το χάραμα, με την πρώτη ηλιαχτίδα και βγάζαμε την επόμενη μέρα με μουδιασμένη ζωτικότητα, όπως το ισχνό φεγγάρι, και πάλι σαν κι αυτό είχαμε τις πανσελήνους μας και, αραιά και που, τις εκλείψεις μας, όλα κομμάτι της φοιτητικής ζωής.
‘Don’t stop me now’.
Πού είναι το πάρτι;
