Γράφει ο Νικόλας Φιλίππου
Δεν το εξηγείς. Δεν το αναλύεις. Δεν το προετοιμάζεις. Έρχεται και σε βρίσκει εκεί που δεν έχεις άμυνες, εκεί που δεν έχεις τι να πεις.
Κι εγώ δεν είμαι από αυτούς που σωπαίνουν εύκολα.
Έμαθα να μιλάω, να ξεκαθαρίζω, να βάζω τα πράγματα στη θέση τους. Να μην αφήνω κενά. Να μην αφήνω περιθώρια. Κι όμως, μπροστά σου, κάποια πράγματα δεν λέγονται.
Απλώς γίνονται.
Ένα χέρι που ακουμπάει χωρίς να ζητάει άδεια. Ένα άγγιγμα που δεν ψάχνει ανταπόδοση. Ένα πέρασμα πάνω από το δέρμα που λέει περισσότερα από όσα θα τολμούσα να πω.
Και ξαφνικά, ησυχάζω.
Όχι γιατί λύθηκαν όλα. Αλλά γιατί για λίγο, δεν χρειάζεται να τα λύσω. Δεν χρειάζεται να αποδείξω τίποτα. Δεν χρειάζεται να κρατήσω τον έλεγχο.
Κι αυτό, για μένα, είναι σπάνιο.
Γιατί ο έλεγχος είναι η ασφάλειά μου. Είναι ο τρόπος που δεν αφήνω τον εαυτό μου να εκτεθεί. Να μην φανεί πόσο μπορεί να θέλω, πόσο μπορεί να δώσω, πόσο μπορεί να χαθώ.
Αλλά ένα χάδι χωρίς λέξεις… δεν σου ζητάει να εξηγηθείς.
Σου ζητάει μόνο να μείνεις.
Και μένω.
Γιατί εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπή, υπάρχει μια αλήθεια που δεν φοβάται. Μια σύνδεση που δεν χρειάζεται τίτλους, δεν χρειάζεται υποσχέσεις, δεν χρειάζεται να αποδειχθεί.
Υπάρχει.
Κι εγώ την νιώθω.
Και αν με ρωτήσεις τι σημαίνει για μένα, δεν θα σου απαντήσω.
Δεν μπορώ.
Γιατί κάποια πράγματα, αν τα πεις, τα μικραίνεις.
Κι αυτό…
δεν χωράει σε λέξεις.
