Γράφει η Γεωργία Ντούνη
Ρε ζωή,
Κάθισα απόψε να σου γράψω. Όχι για να σου παραπονεθώ, αν και το ξέρεις ότι θα είχα λόγους. Αλλά γιατί μέσα μου κάτι σιγοκαίει και δε λέει να σβήσει, ακόμα κι αν το προσπαθώ.
Νιώθω πως κάπου, σε κάποια στροφή που δεν πήρα, μου έκρυψες αυτόν τον έρωτα που θα ‘πρεπε να έχω ζήσει. Τον μεγάλο, τον αχαλίνωτο. Τον έρωτα που δεν κάνει πίσω, που δεν κρατάει αποστάσεις, που δεν παζαρεύει.
Βέβαια, ίσως και εσύ κάπου στην πορεία με ξέχασες. Ή με προσπέρασες. Ή απλώς αδιαφόρησες. Και μου άφησες μόνο ψίχουλα από έρωτες. Λίγο πάθος εδώ, λίγη στοργή εκεί, μα ποτέ ολόκληρο το κομμάτι.
Ποτέ το “όλα ή τίποτα”.
Ρε ζωή, μου χρωστάς έναν έρωτα χωρίς επιστροφή.
Έναν έρωτα που να μην μετριέται με λογική.
Έναν που να λιώνει ρολόγια και να καίει τις λέξεις.
Να μην έρχεται για λίγο, να μην φοβάται το πολύ. Έναν έρωτα σκοτεινό και μεθυστικό.
Θέλω να «καώ» ρε ζωή…
Δεν σου λέω ότι δεν αγάπησα… Αγάπησα. Έκλαψα. Έδωσα. Ένιωσα.
Αλλά πάντα υπήρχε ένα «αλλά». Ένα φρένο.
Πάντα κάποιος δεν μπορούσε. Πάντα κάτι δεν έφτανε.
Και ξέρεις τι με τρομάζει πιο πολύ;
Μήπως τον έχω ήδη συναντήσει, αυτόν τον έρωτα.
Μήπως ήρθε αθόρυβα, μέσα σε μια ματιά, σε ένα βλέμμα που κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο επιτρέπει η καθημερινότητα.
Και τον άφησα να φύγει, γιατί φοβήθηκα. Γιατί δεν ήξερα. Γιατί δεν ήμουν έτοιμη.
Ή πολύ απλά γιατί δεν τόλμησα…
Μα ακόμα ελπίζω ότι κάπου, σε μια νύχτα αναπάντεχη, σε μια μέρα που θα μοιάζει σαν όλες τις άλλες, θα εμφανιστεί.
Χωρίς φανφάρες, χωρίς προειδοποίηση.
Και τότε, δε θα ρωτήσω, δε θα σκεφτώ, δε θα υπολογίσω.
Γιατί ρε ζωή, αυτόν τον έρωτα τον περιμένω.
Τον θέλω.
Γιατί ρε ζωή, αυτό μου χρωστάς:
Έναν έρωτα όχι «για λίγο», αλλά αυτόν που θα με πάρει μαζί του, και να μη με γυρίσει ποτέ.
Κι αν ο έρωτας είναι μοίρα, εγώ θα τον κρατήσω μέσα μου…
Με τη σιωπή εκείνων που αγαπούν τον έρωτα μέσα στη μοναξιά,
Εγώ.
