Γράφει η Κατερίνα Μίσσια
Ξέρεις τι θα’θελα μωρέ ζωή… ναι σε σένα μιλάω ρε ζωή. Σε σένα που δίνεις και παίρνεις στιγμές.
Θα’θελα που λες να έρθει εκείνος. Εκείνος ο ένας. Εκείνος που ονειρεύομαι. Εκείνος που ξέρω πως υπάρχει.
Να με πάρει απ’ το χέρι και να φύγουμε μαζί. Να μπούμε στο αμάξι του και να ξεκινήσουμε χωρίς κανέναν προορισμό. Να πιάσει το τιμόνι στα χέρια του κι εγώ να ξαπλώνω στη θέση του συνοδηγού, αφήνοντας τα πόδια μου πάνω στα δικά του. Να βάλει μπρος και να φύγουμε. Δεν με νοιάζει για πού. Με νοιάζει μόνο να είμαστε μαζί.
Να βάλουμε το ράδιο να παίζει και να ταξιδέψουμε με τις μουσικές μας. Να σταματήσουμε σε μια θάλασσα. Ξέρεις, μας αρέσει πολύ η θάλασσα και τους δύο. Να βγούμε από το αμάξι, να βγάλουμε τα παπούτσια μας και να περπατήσουμε ξυπόλυτοι στην άμμο.
Όχι όχι, ο προορισμός μας δεν ήταν η θάλασσα. Ούτε εμείς οι ίδιοι δεν ξέρουμε τον προορισμό. Δεν μας νοιάζει κιόλας. Μας νοιάζει μονάχα πως είμαστε μαζί.
Είμαστε μαζί και αδειάζουμε. Χωρίς να μιλάμε. Απλά κρατιόμαστε χέρι χέρι. Δεν πάμε κάπου, ίσως και να πηγαίνουμε. Ίσως και να μην πηγαίνουμε πουθενά. Είμαστε όμως μαζί.
Μακριά από όλους. Μακριά από όλα όσα μας πονάνε. Μακριά από όλους όσους δεν μας καταλαβαίνουν. Μακριά από όλους όσους μας θεωρούν περίεργους. Διαφορετικούς.
Κι αυτό το μακριά ίσως είναι ο μόνος προορισμός που θέλουμε.
Ο δικός μας προορισμός.
