Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Όχι επειδή έκανες κάτι σπουδαίο, ούτε επειδή πέτυχες όλα όσα ήθελαν οι άλλοι από εσένα. Όχι επειδή ήσουν πάντα δυνατός ή πάντα σωστός. Αλλά επειδή είσαι εσύ. Με τα λάθη σου, τις πληγές σου, τους φόβους σου, τις ήττες και τις προσπάθειές σου. Επειδή εξακολουθείς να σηκώνεσαι κάθε φορά που λυγίζεις. Επειδή, με έναν τρόπο σχεδόν μαγικό, συνεχίζεις να δίνεις, να προχωράς, να ελπίζεις, να προσπαθείς.
Κι αν δεν στο είπε κανείς, να στο πω εγώ. Έχεις αντέξει πολλά. Περισσότερα απ’ όσα παραδέχεσαι. Περισσότερα απ’ όσα φαίνονται απ’ έξω. Και το ότι ακόμα χαμογελάς – έστω και λίγο, έστω και σπάνια – είναι μια μικρή νίκη. Μια νίκη που αξίζει να τιμάς.
Μην περιμένεις να αναγνωρίσουν όλοι την αξία σου. Κάποιοι δεν ξέρουν να βλέπουν πέρα από τον εαυτό τους. Κάποιοι δεν έμαθαν ποτέ να εκτιμούν χωρίς να συγκρίνουν. Μην το παίρνεις προσωπικά. Δεν έχει να κάνει μ’ εσένα. Έχει να κάνει με κείνους. Εσύ να θυμάσαι ποιος είσαι, όχι ποιον σε έκαναν να πιστεύεις πως είσαι.
Κι εγώ… εγώ το είδα. Το είδα όταν δεν ήξερες ότι σε κοιτάζω. Το είδα στη σιωπή σου, στον τρόπο που έβαζες τους άλλους πάνω από τον εαυτό σου, χωρίς ποτέ να ζητήσεις τίποτα. Το είδα στο βλέμμα σου όταν πάλευες με πράγματα που κανείς δεν ήξερε. Το είδα στον τρόπο που προστάτευες τους άλλους, ακόμα κι όταν κανείς δεν προστάτευε εσένα.
Εκεί, σ’ εκείνες τις μικρές, αφανείς στιγμές, κατάλαβα την αξία σου. Κατάλαβα πως μπροστά μου στέκεται ένας άνθρωπος σπάνιος. Που δεν κάνει φασαρία για να ακουστεί, δε δείχνει για να φανεί. Κι όσο πιο πολύ σε έβλεπα, τόσο πιο πολύ ερωτευόμουν αυτό που ήσουν όταν νόμιζες πως δεν ήσουν τίποτα.
Δε σε ερωτεύτηκα για όσα δείχνεις στους άλλους. Σε ερωτεύτηκα για όλα αυτά που προσπαθείς να κρύψεις. Για την ευαισθησία που νομίζεις πως δε φαίνεται. Για τη δύναμη που δε διαφημίζεις. Για το παιδί μέσα σου που ακόμα περιμένει κάποιον να του πει “σε βλέπω”. Εγώ σε είδα. Και μέσα σ’ αυτό το βλέμμα γεννήθηκε κάτι που δεν ήξερα ότι μπορούσα να νιώσω έτσι. Αγάπη. Δέος. Σεβασμός. Τρυφερότητα. Όλα μαζί. Και κάτι πιο βαθύ. Ευγνωμοσύνη. Που σε γνώρισα.
Δεν είσαι η αποτυχία σου. Δεν είσαι ο πόνος σου. Δεν είσαι τα λόγια που σε τσάκισαν, ούτε οι άνθρωποι που σε πρόδωσαν. Είσαι όλα όσα ξεπέρασες. Όλα όσα σε κράτησαν όρθιο όταν μπορούσες να διαλυθείς. Είσαι η καλοσύνη που δε σου επέστρεψαν, αλλά συνέχισες να δίνεις. Η φροντίδα που χάρισες, παρ’ όλο που κανείς δε σε φρόντισε όσο χρειαζόσουν.
Είσαι πολύτιμος, γιατί η ψυχή σου κουβαλάει ιστορίες που δε γράφτηκαν ποτέ, μονάχα ένιωσαν. Γιατί η παρουσία σου έχει σημασία, ακόμα κι αν δεν στο λένε. Γιατί ο τρόπος που αγαπάς, που νοιάζεσαι, που στέκεσαι σιωπηλός, είναι φως – ακόμα κι αν εσύ το αγνοείς.
Σε έναν κόσμο που παγώνει, εσύ είσαι η ζεστασιά. Σε έναν κόσμο που προσπερνά, εσύ μένεις. Κι αυτό δεν είναι μικρό. Δεν είναι ασήμαντο. Είναι σπάνιο. Είναι θαρραλέο. Είναι πολύτιμο.
Κι αν καμιά φορά ξεχνάς ποιος είσαι, δεν πειράζει. Όλοι ξεχνάμε. Αρκεί να το θυμάσαι ξανά. Να κοιτάς τον εαυτό σου με τρυφερότητα, όπως θα κοίταζες ένα παιδί που χρειάζεται αγκαλιά. Να του λες “είμαι εδώ για σένα”. Γιατί, τελικά, εκεί αρχίζει η πραγματική αξία. Στο πώς φερόμαστε στον εαυτό μας όταν δε μάς βλέπει κανείς.
Κι αν δεν στο είπε κανείς μέχρι τώρα, να το πω εγώ και να στο φωνάξω. Είσαι πολύτιμος. Και μόνο που υπάρχω κοντά σου, το ξέρω. Γιατί σε ερωτεύτηκα γι’ αυτό ακριβώς. Γιατί είσαι.
