Γράφει η Αστέρω
Δεν ξέρω πότε ακριβώς μου συνέβη αυτό. Παλιά άκουγα «θα βγούμε;» και το επόμενο που σκεφτόμουν ήταν τι θα φορέσω. Τώρα ακούω «θα βγούμε;» και κοιτάζω τον καναπέ μου. Και δεν είναι ότι δεν αγαπάω τους φίλους μου. Μια χαρά τους αγαπάω. Απλώς τους αγαπάω πάρα πολύ και από το σπίτι μου.
Ειδικά αν έχω γυρίσει, έχω κάνει μπάνιο και –Θεός φυλάξοι– έχω βάλει «τα ρούχα του σπιτιού», τελείωσε. Δεν υπάρχει επιστροφή από αυτό. Μπορεί να παντρεύεσαι, μπορεί να γεννάς, μπορεί να ήρθαν οι Testament για ένα βράδυ στην Αθήνα και να έχει ένα εισιτήριο που γράφει το όνομά μου. Δεν μπορώ. Έχω βγάλει το σουτιέν.
Κι όμως, υπάρχει και το άλλο. Να μάθω ότι βγήκατε και δε με καλέσατε. Εκεί παθαίνω μια μικρή παράκρουση. Γιατί δε με πήρατε;
«Καλά, αφού ποτέ δεν έρχεσαι.»
Δεν έχει καμία σημασία αυτό. Εγώ θέλω να με πάρεις. Θέλω να ακούσω την πρόταση, να κάνω ένα μικρό «αχ μωρέ, σήμερα;», να προσποιηθώ για τρία δευτερόλεπτα ότι το σκέφτομαι και μετά να σου πω ότι είμαι πολύ κουρασμένη. Αυτό θέλω. Το δικαίωμά μου στο όχι. Όχι να αποφασίζεις εσύ από πριν ότι δε θα έρθω. Ποιος σου έδωσε τέτοια εξουσία;
Και μετά ανοίγεις Facebook και Instagram και τους βλέπεις όλους μαζί. Χαμογελαστοί. Ποτήρια. Μεζεδάκια. Αγκαλιές. Κι εσύ στον καναπέ με ένα μπολ μπροστά σου, το μαλλί κότσο σαν κεφτές και μια κάλτσα που κάπως έχει κατέβει μέχρι τη φτέρνα. Και νευριάζεις.
Με τι ακριβώς νευριάζεις; Δεν ξέρεις. Αφού, αν σε είχαν πάρει, πάλι εκεί θα ήσουν. Αλλά άλλο αυτό.
Το καλύτερο βέβαια είναι όταν τελικά σε καλούν και κάνεις το λάθος να πεις ναι. Στις οκτώ είσαι ενθουσιασμένη. Στις εννιά περνάς ωραία. Στις δέκα και μισή αρχίζεις να σκέφτεσαι το κρεβάτι σου. Και κάπου στις έντεκα κοιτάζεις την παρέα και αναρωτιέσαι πώς γίνεται όλοι αυτοί να έχουν ακόμη τόσα πράγματα να πουν.
Ρε παιδιά, δεν τελειώσαμε; Τα είπαμε. Ποιος χώρισε, ποιος τα ξαναβρήκε, ποιος μαλάκας είναι στη δουλειά, τι έκανε το παιδί, πού θα πάμε το καλοκαίρι. Τι άλλο έχουμε;
Και υπάρχει πάντα αυτός ο ένας που στις έντεκα και σαράντα λέει «Να πάμε κι αλλού;»
Όχι. Να πάμε σπίτια μας.
Δεν ξέρω αν αυτό λέγεται ηλικία, ωριμότητα ή απλώς έχω γίνει λίγο παράξενη. Ξέρω μόνο ότι πλέον μια άδεια βραδιά στο σπίτι μπορεί να μου προκαλέσει ενθουσιασμό που κάποτε μου προκαλούσε μια έξοδος. Και είμαι εντάξει μ’ αυτό.
Έχω μόνο μία απαίτηση από τους ανθρώπους μου. Να συνεχίσετε να με καλείτε. Θα αρνούμαι τις μισές φορές. Μπορεί και τις περισσότερες. Αλλά μη μου στερείτε τη χαρά να λέω «Αχ, ρε γαμώτο, δεν μπορώ σήμερα».
Ενώ μπορώ.
Απλώς έχω βάλει «τα ρούχα του σπιτιού».
