Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Δεν είπα ποτέ πως τα ήθελα όλα. Δε σε κοίταξα με βλέμμα απαιτητικό, ούτε σου ζήτησα παλάτια και υποσχέσεις από ζάχαρη. Μόνο λίγο. Μια στάλα. Μια αγάπη, ένα βλέμμα που να λέει “εδώ είσαι, σε βλέπω”. Και ούτε αυτό. Τίποτα. Μου ‘δωσες σιωπές και φευγιά. Μου ‘μαθες να μετράω αναμονές και να βαφτίζω τα ψέματα “συμπτώσεις”.
Έρωτες. Άνθρωποι. Αγγίγματα που μοιάζανε με θαύμα και τελικά ήταν καπνός. Κάποιοι ήρθαν δυνατά, μπήκαν σαν καταιγίδα, και έφυγαν σαν βροχή που δεν άφησε ούτε λασπουριά. Άλλοι ήρθαν σιωπηλά, μα άφησαν σημάδια που ακόμα καίνε. Κι εγώ εκεί. Να μαζεύω κομμάτια από λόγια που δεν ειπώθηκαν, να κρύβω δάκρυα πίσω από χαμόγελα που ξέφτισαν με τον καιρό.
Τι σου ζήτησα, ζωή; Λίγο φως σε μια σκοτεινή γωνιά. Μια αλήθεια, έστω και πικρή. Κάποιον να μείνει, όχι επειδή τον κρατάω ή επειδή θέλει κάτι από εμένα, αλλά επειδή θέλει εμένα. Όχι γιατί δεν είχε που αλλού να πάει, αλλά γιατί είδε σε μένα σπίτι. Έναν άνθρωπο να αγαπάει χωρίς να μετράει, χωρίς να συγκρίνει, χωρίς να προσποιείται.
Αλλά όχι. Μου ‘στειλες μισά. Μισές αγάπες, μισά φιλιά, μισά βράδια. Και μ’ έκανες να νιώθω πως είμαι εγώ το λάθος. Πως ζητάω πολλά. Πως δε φτάνω. Πως πρέπει να μικρύνω για να χωρέσω σε ζωές άλλων. Πως η ευτυχία είναι κάτι που μόνο οι άλλοι δικαιούνται.
Μα όχι, ζωή. Δε θα μικρύνω άλλο. Δε θα κρύψω άλλο την ψυχή μου πίσω από μάσκες. Αν δεν έχεις να μου δώσεις κάτι αληθινό, μη μου δίνεις καθόλου. Δε θέλω άλλο “λίγο”. Το λίγο σκοτώνει πιο αργά απ’ το τίποτα, αλλά σκοτώνει πιο βαθιά. Γιατί αφήνει την ψευδαίσθηση. Γιατί σε κάνει να ελπίζεις, να περιμένεις, να κρέμεσαι από βλέμματα και λέξεις.
Και φτάνεις μια μέρα να κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να μην τον αναγνωρίζεις. Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος που δίνει συνέχεια και δεν παίρνει ποτέ; Που αγαπάει με όλο του το είναι και παίρνει πίσω σιωπή;
Αρκετά. Αν είναι να ζήσω, θα το κάνω όπως αξίζω. Όχι με ψίχουλα, αλλά με γεύματα γεμάτα αλήθεια. Όχι με σχεδόν, αλλά με απόλυτα. Όχι με “ίσως”, αλλά με “ναι” και “όχι” που να καίνε.
Δε σου ζήτησα πολλά, ζωή. Σου ζήτησα κάτι. Και μου έδωσες τίποτα. Κι αυτό το τίποτα, να το ξέρεις, δε θα το πάρω πια αδιαμαρτύρητα.
Από εδώ και πέρα, ή θα μου δίνεις το όλο ή θα περνάς από δίπλα μου και δεν θα σ’ αναγνωρίζω.
Γιατί αξίζω. Και γιατί κουράστηκα να πονάω για έρωτες που δεν είχαν το θάρρος να με αγαπήσουν όπως είμαι.
Και πού ξέρεις; Μπορεί παρά τις προθέσεις σου να το έχω βρει τελικά….
