Γράφει η Στέλλα Γρηγοροπούλου
Όλα και όλοι ξεχνιούνται μωρό μου. Υπάρχεις μόνο όταν τους κάνεις το χατήρι, όταν είσαι εκεί και φαίνεσαι και όταν έχουν κάτι να πάρουν από εσένα.
Μετά; Μετά δεν υπάρχεις πουθενά. Μετά δεν έχουν κάτι να πάρουν από εσένα, δεν τους προσφέρεις, έτσι με λίγα και απλά λόγια, δεν υπάρχεις καν. Κατάλαβέ το γρήγορα γιατί θα γεράσεις και θα περιμένεις όπως περιμένουν οι παππούδες μας να του θυμηθούμε και περνάμε μια στο όσο για να τους πάμε γλυκά και εφημερίδες και τους καλούμε τις Κυριακές και λένε μεταξύ τους “Κώστα το παιδί, σήκωσέ το γρήγορα πριν κλείσει γιατί δεν έχει χρόνο…”.
Μας ξεχνάνε γιατί πολύ απλά δεν τους δίνουμε, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχουμε σαν δεν έχουν κάτι να πάρουν. Αν χαθείς ξεχνιέσαι, αν κρυφτείς στο καβούκι σου, γιατί έτσι χρειάζεσαι, πολύ απλά σε ξεχνάνε και έχουν πάντα να λένε πως χάθηκες, πως άλλαξες και ό,τι άλλο βρίσκουν για να σε κάνουν να φαίνεσαι στα μάτια τους πως απλά δεν υπήρξες, για να ανεβάσουν το εγώ τους και να νιώσουν καλά με την πάρτη τους.
Δε θα κοιτάξουν ποτέ το γιατί, δεν θα ενδιαφερθούν ποτέ να σε ρωτήσουν τι τρέχει γιατί τους βολεύεις να ξέρεις, σ’ αρέσει ή όχι, απλά τους βολεύεις και τους βόλευες πάντα μα ήρθε η στιγμή να ανοίξεις τα όμορφά σου μάτια και να το δεις, να τα σηκώσεις και να τα φτιάξεις όπως παλιά να πετάνε σπίθες, να γυαλίζουν σαν να είσαι μεθυσμένος από χαρά και να τους δείξεις πως δεν τους έχεις ανάγκη και πως είσαι πάντα εδώ και υπερήφανος που τους έχεις δώσει, που έχεις προσφέρει απλόχερα και ας σε έχουν ξεχάσει.
Ξέρεις; Δεν τρέχει που ξεχνάνε, καλύτερα για εσένα, βγάζεις ένα βάρος και προσέχεις εσένα που σε είχες αφήσει στην άκρη για μια ακόμη. Άφησε τους να λένε, άστους να υπερηφανεύονται.
Μια κουκίδα στον χάρτη είμαστε όλοι… Και ξέρεις; Δεν τρέχει μια!
