Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Νόμιζε πως δεν πίνει ποτέ τεκίλα.
Την έκαιγε, την άδειαζε, την πέταγε σε μέρη του εαυτού της που προτιμούσε να κρατά ασφαλή.
Μόνο κρασί, ίσως λίγο ουίσκι σε δύσκολες νύχτες.
Αλλά μαζί του… έπινε.
Χωρίς αλάτι, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς επιφυλάξεις.
Νόμιζε πως δεν είναι των σχέσεων.
Έλεγε πως αγαπάει τη μοναξιά της, το πρόγραμμά της, τα “μην μου αλλάζεις τη ρουτίνα”.
Κι όμως, μαζί του… ήθελε όλα να γίνονται άνω κάτω.
Ήθελε τον θόρυβο που έκανε όταν άφηνε τα κλειδιά στο τραπέζι.
Τη φωνή του που ρωτούσε “είσαι καλά;” χωρίς πολλά.
Ήθελε την παρουσία του να γεμίζει κάθε της σιωπή.
Νόμιζε πως ταξιδεύει μόνο στο παράθυρο.
Να βλέπει σύννεφα, να μην εξηγεί.
Να έχει μια απόσταση απ’ όλα.
Αλλά δίπλα του… καθόταν στη μέση.
Ήθελε να τον βλέπει να κοιμάται, να γέρνει στον ώμο της.
Και της έφτανε αυτό.
Δεν την ένοιαζε ο προορισμός. Ούτε το ύψος. Ούτε το θέαμα έξω από το τζάμι.
Μαζί του, δεν ήθελε πια να κρατά όσα την προστάτευαν.
Ήθελε να τα χαρίσει.
Να τα ακυρώσει.
Να τα ανατρέψει, όχι για να του μοιάσει,
αλλά γιατί, μαζί του, ήθελε να είναι αλλιώς.
Δεν ήταν ότι άλλαξε.
Ήταν ότι για πρώτη φορά,
δεν φοβόταν να είναι κάτι πέρα από ό,τι ήξερε.
Κάτι πέρα απ’ τα “ποτέ” της.
Και πέρα από τον εαυτό της.
