Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Κάποιες ιστορίες δεν τις γράφεις για να τις θυμάσαι.
Τις γράφεις για να τις ξεχάσεις.
Ή, πιο σωστά, για να τις αφήσεις να φύγουν.
Κρατούσε δυο σελίδες στα χέρια της.
Ήταν ό,τι απέμεινε από εκείνον.
Όχι από τον άντρα· από τον έρωτα.
Αυτόν που λεκιάστηκε σιγά-σιγά με σιωπές. Με αναμονές. Με λόγια που ξέμειναν στα χείλη.
Δεν τις έσκισε.
Δεν τις έκαψε.
Δεν τις καταράστηκε.
Τις άφησε να βυθιστούν στο νερό.
Σιγά. Απαλά. Σχεδόν ευλαβικά.
Όπως αποχαιρετάς κάποιον που δεν άντεξες άλλο να αγαπάς.
Γιατί υπάρχουν ιστορίες που δεν κλείνουν με τελείες.
Μόνο με σιωπές.
Κι ένα χέρι που τις αφήνει να γίνουν νερό.
Το φως έσπαγε πάνω στο κύμα, κι έμοιαζε σαν να της ψιθύριζε:
“Δεν τελειώνει έτσι ο κόσμος. Ξαναρχίζει.”
Και ξαφνικά κατάλαβε.
Δεν ήθελε πια να γράφει για να μείνει.
Ήθελε να γράφει για να φύγει.
Να ξαλαφρώσει.
Να ξορκίσει.
Με κάθε λέξη που χανόταν στο νερό,
ένα βάρος έφευγε από μέσα της.
Μια σκιά λιγόστευε.
Ένα κομμάτι του “μαζί” που δεν άντεξε, διαλυόταν.
Δεν είχε ανάγκη να καταλάβει πια.
Δεν την ένοιαζε ποιος φταίει.
Δεν ήθελε εξηγήσεις, ούτε γυρίσματα.
Ήθελε μόνο να σταματήσει να πονάει όταν θυμάται.
Και το κατάφερε.
Όχι με κραυγές.
Με νερό.
Με φως.
Και με μια απόφαση που της έμοιαζε:
Να μην κουβαλά άλλο.
Γιατί ναι…
Μερικές φορές, η πιο γενναία πράξη δεν είναι να σώσεις κάτι.
Είναι να το αφήσεις να χαθεί.
Και να σωθείς εσύ.
