Γράφει η Έφη Παναγοπούλου
Κάπως έτσι ξεκινήσαμε και εμείς.
Μου είπες ότι θα ερχόσουν μέχρι την άκρη του βράχου. Μου είπες ότι δεν σε ένοιαζε το ύψος, ούτε το σκοτάδι.
Ότι όσοι ξεκινούν μαζί και φτάνουν μακριά χέρι χέρι, ξυπόλυτοι και ματωμένοι, βρίσκουν τα τριαντάφυλλα που τους έχει κρυμμένα η ζωή.
Πόσο ήθελα να σου δώσω το χέρι μου και να αφήσω τους λύκους που με κυνηγούσαν ή έστω να τους δώσω νερό να πιουν!
Με τέτοιο κυνήγι διψούσαν βλέπεις και φοβόμουν να κάνω στάση στο δρόμο, φοβόμουν μήπως οι λύκοι ξεδιψάσουν και μετά με κυνηγήσουν με περισσότερη φορά και ορμή..
Με τέτοιο κυνήγι διψούσαν βλέπεις και φοβόμουν να κάνω στάση στο δρόμο, φοβόμουν μήπως οι λύκοι ξεδιψάσουν και μετά με κυνηγήσουν με περισσότερη φορά και ορμή..
Ανασφάλεια και δειλία το λέω τώρα. Τότε το βάφτιζα φόβο.
Επέμενες τόσο πολύ που άρχιζα να φοβάμαι και εσένα. Ποια χίμαιρα σε έφερε σε εμένα; Ποιο κύμα της μοίρας;
Και όσο ήξερα ότι ερχόσουν σαν σωτήρας τόσο σε έδιωχνα από την ζωή μου!
Σιωπή σε κάθε αίτημα σου για βοήθεια..
Απέχθεια σε κάθε πράξη που έκανες για να βγω από το βούρκο που μόνη μου δημιούργησα.
Και μόνη μου ήθελα να βγω!
Και μόνη μου ήθελα να βγω!
Δεν ήθελα να παρασύρω κανέναν μαζί μου πόσο μάλλον εσένα που αγάπησα τόσο πολύ.
Και εσύ έφυγες σιωπηλά, με μεγάλη απογοήτευση, αλλά ξέρω ότι το μυαλό σου είναι πάντα εδώ.
Ότι πάντα θα με σκέφτεσαι και εγώ πάντα θα σκέφτομαι αν όντως μπορούσαμε να περπατήσουμε μαζί ή θα σε παρέσερνα σε ένα παιχνίδι παραισθήσεων.
Τελικά κάποιοι άνθρωποι έρχονται στη ζωή σου για να σου δείξουν το δρόμο, το σωστό μονοπάτι.
Και εγώ το βρήκα.
Έφτασα στην άκρη του βράχου και κατάφερα να γλιτώσω και να βρω τα τριαντάφυλλα της ζωής.
Σε έδιωξα για να γλιτώσεις και εσύ χωρίς να το καταλάβεις με γλίτωσες από τα σκοτάδια μου.
