Γράφει η Ειρήνη Αντωνάκη
Με κοιτάς τόση ώρα και μάλλον έχεις σοκαριστεί που η αντίδραση μου είναι ήρεμη. Περίμενες ότι θα φωνάξω, θα βρίσω, θα σπάσω κάποιο γυαλικό και στη χειρότερη θα τη πλήρωνες εσύ. Κάθε άλλο όμως, παραμένω ψύχραιμη χωρίς να εκδηλώσω θυμό.
Δεν ήμουν ανόητη, είχα καταλάβει ότι είχαμε φτάσει σε τέλμα και κάπου βαθιά μέσα μου ήμουν σίγουρη ότι θα εγκαταλείψεις πρώτος, η δειλία σου δεν με εκπλήσσει. Σε παρατηρούσα, δεν άντεχες άλλο, κάθε κίνηση σου, κάθε βλέμμα σου φώναζαν μια αγανάκτηση. Από στιγμή σε στιγμή περίμενα να ακούσω ότι θα φύγεις, το έβλεπα δεν άντεχες άλλο.
Φύγε λοιπόν, φύγε και μην κοιτάξεις πίσω σου, και για εμένα μην σε απασχολεί, θα τα καταφέρω, αυτό κάνω πάντα.
Σηκώνεσαι σαν χαμένος, ανοίγεις τη πόρτα, φεύγεις. Παρόλα αυτά δεν ένιωσα τίποτα και αυτό είναι χειρότερο που μου προκάλεσες, μου έσβησες κάθε συναίσθημα και με άφησες άδεια. Καλύτερα μάτια μου να είχα ξεσπάσει παρά να μην έκανα τίποτα γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν είπα τη τελευταία μου λέξη και αυτό θα έπρεπε να σε ανησυχεί.
