Γράφει η Καίτη Αγγελιδάκη
Κι αν έφυγα, γύρισα. Μόνο που τώρα πια φοράω καινούρια φορεσιά.
Μη φανταστείς τίποτα εντυπωσιακό. Δεν γύρισα σοφότερη, φωτισμένη και συμφιλιωμένη με τα πάντα. Αυτά συμβαίνουν στα βιβλία και σε κάτι ανθρώπους που έχουν πολύ ελεύθερο χρόνο. Εγώ γύρισα λίγο πιο κουρασμένη, πολύ πιο υποψιασμένη και με μερικά «δεν πειράζει» λιγότερα στην ντουλάπα μου.
Έφυγα γιατί κάποτε έπρεπε. Γιατί υπήρχαν μέρη που είχα αρχίσει να μικραίνω για να χωράω. Άνθρωποι στους οποίους εξηγούσα ξανά και ξανά τα αυτονόητα. Καταστάσεις που τις έλεγα «φάση» επειδή φοβόμουν να τις πω με το κανονικό τους όνομα. Κι έφυγα χωρίς να ξέρω αν θα επιστρέψω. Ίσως αυτό να ήταν και το μόνο τίμιο πράγμα που έκανα τότε.
Τώρα γύρισα.
Όχι για να συνεχίσω από εκεί που σταματήσαμε. Δεν υπάρχει «εκεί που σταματήσαμε». Το μέρος υπάρχει, οι άνθρωποι μπορεί να υπάρχουν, ακόμα και τα ίδια τραγούδια μπορεί να παίζουν. Εγώ όμως δεν χωράω πια ακριβώς στα ίδια πράγματα.
Η καινούρια μου φορεσιά έχει περίεργη εφαρμογή. Με στενεύει στα ψέματα. Με ενοχλεί στις μισές κουβέντες. Με πνίγει στα περίπου. Δεν κουμπώνει με ανθρώπους που με θέλουν βολική και, ευτυχώς, δεν έχει τσέπες για να κρύβω μέσα όσα με πονάνε και να κάνω πως δεν συνέβη τίποτα.
Δεν ξέρω αν μου πάει. Δεν με νοιάζει κιόλας.
Μου κόστισε αρκετά για να τη φορέσω.
Οπότε ναι, γύρισα. Μπορείς να με αγκαλιάσεις, να με αγαπήσεις, να με γνωρίσεις ξανά. Μόνο μη μου ζητήσεις να ξαναγίνω εκείνη που ήμουν πριν φύγω για να αισθανθείς εσύ πιο άνετα.
Εκείνη δεν χάθηκε.
Απλώς μου έκανε τη χάρη να μη γυρίσει μαζί μου.
