Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Βόλτα στις μνήμες είπα να κάνω χθες… και το αυτοκίνητο σαν από μόνο του αποφάσισε να με γυρίσει εκεί που για χρόνια δεν είχα πατήσει.
Κι όμως.. δεν ήταν το μέρος, ήταν οι άνθρωποι που γύρισα…
Όχι σε ημερομηνίες, όχι σε γεγονότα. Σε πρόσωπα. Σε βλέμματα που έσταζαν ουσία και όχι πρόθεση. Σε γέλια που δεν ήθελαν τίποτα πίσω. Σε τύπους αλλιώτικους. Ακατέργαστους. Σαν κάτι διαμάντια που δεν πρόλαβαν ποτέ να γυαλιστούν, γιατί δεν ένιωσαν την ανάγκη να γίνουν πιο “κομψοί” για τα μάτια του κόσμου. Δεν προσπάθησαν να γίνουν αρεστοί κι η αποδοχή, ήταν κάτι που δεν τους αφορούσε.
Γύρισα σε ανθρώπους που σε κοιτούσαν στα μάτια και σου άνοιγαν την ψυχή με μια ανάσα. Όχι από ανάγκη για εξομολόγηση, αλλά από μια παλιά, ξεχασμένη ευγένεια: αυτή που λέει «εγώ είμαι εδώ, ολόκληρος, κι αν αντέχεις, έλα».
Είχαν κάτι από άγριο μετάξι. Μια ομορφιά που δεν φώναζε αλλά έμενε. Που γρατζουνούσε λίγο το δέρμα σου, αλλά σου χάιδευε το μέσα. Ήξεραν πώς να λένε όχι. Πώς να γυρνούν πλάτη στο βολικό. Πώς να αγαπούν χωρίς προειδοποίηση και να φεύγουν χωρίς εκδίκηση.
Δεν ήξεραν να επιβραβεύονται. Ήξεραν μόνο να στέκονται όρθιοι. Να αντιστέκονται. Σε συστήματα, σε νόρμες, σε σιωπές. Αλλά κυρίως… στον ίδιο τους τον φόβο.
Κι αν με ρωτήσεις τι νοστάλγησα περισσότερο… θα σου πω:
Εκείνους τους ωραίους “τρελούς”, που δεν χωρούσαν πουθενά — αλλά τους χωρούσε όλος ο κόσμος, όταν χαμογελούσαν. Εκείνοι, οι άνθρωποι από άγριο μετάξι..
Λείπεις..
