Γράφει η Εύα Καρρά
Ήξερες πως δεν ήταν για σένα.
Το ένιωθες σε κάθε λέξη που έκαιγε, σε κάθε σιωπή που σε πάγωνε.
Κι όμως, έμενες.
Όχι γιατί τον άντεχες.
Αλλά γιατί δεν άντεχες να τον χάσεις.
Έδινες συνέχεια μικρές μάχες μέσα σου.
Να μείνεις ή να φύγεις.
Να πιστέψεις τις εξηγήσεις του ή τη διαίσθησή σου που φώναζε.
Κι εκείνος, κάθε φορά, ήξερε πού να σε αγγίξει για να μείνεις. Όχι με αγάπη. Με χειρισμό.
Σε κρατούσε όσο σε χρειαζόταν. Όχι όσο άξιζες.
Και κάπως έτσι, άρχισες να μικραίνεις.
Έκανες πίσω, έκανες σιωπή, έκανες θυσίες.
Μόνο και μόνο για να μη φύγει.
Μόνο και μόνο για να μην πονέσεις.
Κι όμως, πονούσες κάθε μέρα.
Μέχρι που κάποια στιγμή, κουράστηκες.
Δεν ήταν ξαφνικό. Ήταν σωρευτικό.
Ήρθε σαν μια εσωτερική κραυγή που δεν άντεχες να καταπνίγεις άλλο.
Και πήρες την απόφαση που δεν παίρνει όποιος είναι αδύναμος.
Τον άφησες.
Όχι επειδή δεν πονούσε.
Αλλά επειδή πόνεσε αρκετά.
Γιατί υπάρχει ένα σημείο που η καρδιά παύει να ζητά και αρχίζει να σώζει.
Και η δική σου, εκεί έφτασε.
Δεν ήταν απώλεια. Ήταν διάσωση.
Κι αυτή τη φορά, έσωσες εσένα.
Κι αυτό είναι η πιο γενναία αρχή.
