Γράφει η Κική Γ.
Τώρα, λοιπόν, γύρισες και λούφαξες με το κεφάλι κάτω, στο σπίτι σου. Για πολλά χρόνια, το χρησιμοποιούσες ως ξενοδοχείο, αν και όταν.
Περνούσε η «μπογιά» σου. Αντικειμενικά όμορφος, το εκμεταλλεύτηκες. Την έζησες τη ζωούλα σου.
Πίσω, όμως, υπήρχε μια οικογένεια. Μια γυναίκα με δυο παιδιά, που μαζί αποφασίσατε να αποκτήσετε. Μαζί δημιουργήσατε το σπιτικό σας και εκείνη χάρηκε που θα είχε σύζυγο και συμπορευτή.
Εσύ, όμως, ξέχασες τα πάντα και ζούσες ως ένας γοητευτικός εργένης. Έδρα όπου νυχτώσει και πέταγες από «κανάρα σε κανάρα». Χρόνια αυτή η ιστορία.
Ανύπαρκτος στο σπίτι. Τα παιδιά μεγάλωναν χωρίς πατέρα και εσύ, στον κόσμο σου. Σε παρέσυρε ο βούρκος της νύχτας και οι ομορφιές της ηδονής.
Δήλωνες παρών στις γυναικείες συντροφιές, ορκιζόσουν έρωτα, έταζες αφοσίωση, πουλούσες αγάπη. Τη μέρα τα ξεχνούσες και η νύχτα σε μάγευε.
Χωρίς μέτρο, χωρίς όριο, περνούσες απλά καλά και εκείνη ξενυχτούσε, πότε να σε περιμένει και πότε στο προσκεφάλι των παιδιών που ήταν άρρωστα. Άφηνες ό,τι περίσσευε από χρήματα στο τραπέζι κι έπρεπε να φροντίσει για τα πάντα.
Μέχρι που τα κουράγια σου σε πρόδωσαν, οι κρεπάλες έφεραν τα προβλήματα υγείας και «επέστρεψες» στη βάση σου. Είχες ανάγκη από φροντίδα και περιποίηση.
Θυμήθηκες, ξαφνικά, πως έχεις μια οικογένεια. Η σύζυγος έπρεπε τώρα απλά να σε γηροκομήσει.
Αυτή είναι η στυγνή αλήθεια. Όλοι εσείς οι «όμορφοι» κάνετε ό,τι μπορείτε και μετά γυρίζετε «Κύριοι» στη βάση σας.
Σαν δε ντρέπεστε, άνανδρα υποκείμενα. Δεν έχετε ίχνος τσίπας πάνω σας.
Είστε, όμως, πολύ τυχεροί. Οι περισσότερες σύζυγοί σας δέχονται πίσω, για τους δικούς της λόγους, η κάθε μία.
Κάποιες, ευτυχώς, ξυπνούν και σας στέλνουν αδιάβαστους, γιατί, ξέρετε, αυτό το ωραίο πιάτο της ανταμοιβής σερβίρεται κρύο.
Μπορείτε να πέσετε με τα μούτρα… όπως τότε…
