Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Δεν ξέρω πότε ακριβώς αρχίζεις να μαθαίνεις στ’ αλήθεια έναν άνθρωπο.
Σίγουρα όχι όταν μαθαίνεις τι μουσική ακούει, πώς πίνει τον καφέ του ή ποιο είναι το αγαπημένο του φαγητό. Αυτά είναι τα εύκολα. Νομίζω πως αρχίζεις να τον μαθαίνεις λίγο περισσότερο όταν καταλαβαίνεις τι τον φοβίζει, τι τον κάνει να μαζεύεται και ποιο είναι εκείνο το σημείο που, αν το αγγίξεις λίγο απότομα, πονάει περισσότερο απ’ όσο περίμενες.
Όλοι έχουμε ένα τέτοιο σημείο. Κάτι που έγινε παλιά, μια ανασφάλεια, μια απώλεια, μια αποτυχία, κάτι για το οποίο ντραπήκαμε ή κάτι που, για τους δικούς μας λόγους, δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να αφήσουμε εντελώς πίσω μας.
Κι όταν ένας άνθρωπος που αγαπάς σου δείξει ένα τέτοιο κομμάτι του, κάτι αλλάζει.
Όχι επειδή από εκείνη τη στιγμή πρέπει να περπατάς γύρω του στις μύτες ή να φοβάσαι κάθε λέξη που θα πεις. Απλώς ξέρεις πια κάτι περισσότερο γι’ αυτόν. Κι από τη στιγμή που το ξέρεις, έχει σημασία τι θα κάνεις μ’ αυτή τη γνώση.
Για μένα εκεί βρίσκεται ένα από τα πιο τρυφερά πράγματα που μπορείς να κάνεις για κάποιον. Να μη χρησιμοποιήσεις ποτέ εναντίον του κάτι που σου έδειξε όταν ένιωσε ασφαλής μαζί σου.
Να μη βγάλεις μια παλιά πληγή στη μέση ενός καβγά επειδή ξέρεις ότι εκεί θα πετύχεις στόχο. Να μη μικρύνεις κάτι που για σένα ίσως φαίνεται ασήμαντο, ενώ για τον άλλον δεν είναι. Και κυρίως να μη χρησιμοποιήσεις την ευαισθησία του σαν όπλο μόνο και μόνο επειδή εκείνη τη στιγμή έχεις θυμώσει.
Αυτό δε σημαίνει ότι όταν αγαπάμε κάποιον πρέπει να χαϊδεύουμε τα πάντα ή να αποφεύγουμε τις δύσκολες κουβέντες. Οι σχέσεις τις χρειάζονται κι αυτές.
Άλλο όμως η αλήθεια κι άλλο η σκληρότητα.
Άλλο να πεις κάτι που πρέπει να ειπωθεί κι άλλο να επιλέξεις ακριβώς το σημείο που ξέρεις ότι θα πονέσει περισσότερο.
Ίσως μεγαλώνοντας καταλαβαίνουμε και κάτι ακόμη. Οι περισσότεροι άνθρωποι δε χρειάζονται κάποιον να τους σώσει. Χρειάζονται όμως ανθρώπους δίπλα στους οποίους να μη χρειάζεται να βρίσκονται συνέχεια σε άμυνα.
Κάπως έτσι καταλαβαίνω εγώ το να προσέχεις έναν άνθρωπο.
Να μαθαίνεις πότε χρειάζεται κουβέντα και πότε χώρο. Πότε θέλει να τον πλησιάσεις και πότε χρειάζεται λίγο χρόνο μέχρι να μπορέσει να πλησιάσει ο ίδιος. Και κάποιες φορές να αποδέχεσαι ότι δεν υπάρχει τίποτα που μπορείς να διορθώσεις εκείνη τη στιγμή.
Γιατί έχουμε συχνά αυτή την ανάγκη. Μόλις δούμε έναν άνθρωπο που αγαπάμε να πονάει, θέλουμε αμέσως να βρούμε τη λύση.
Μόνο που δεν έχουν όλα λύση. Τουλάχιστον όχι αμέσως.
Υπάρχουν πράγματα που χρειάζονται χρόνο. Κι άλλα, όσος καιρός κι αν περάσει, μένουν λίγο ευαίσθητα. Και κάποιες φορές το σημαντικότερο δεν είναι να βρεις τα σωστά λόγια, αλλά να μπορείς να μείνεις δίπλα στον άλλον χωρίς να απαιτείς να γίνει καλά για να νιώσεις εσύ καλύτερα.
Και να συνεχίσεις να τον κοιτάζεις όπως πριν.
Γιατί ίσως αυτό φοβόμαστε περισσότερο όταν δείχνουμε κάτι ευάλωτο σε κάποιον. Μήπως αλλάξει ο τρόπος που μάς βλέπει. Μήπως από εκεί και πέρα γίνουμε στα μάτια του μόνο ο φοβισμένος, ο πληγωμένος ή ο αδύναμος.
Κι όμως ένας άνθρωπος μπορεί να έχει μια αδυναμία χωρίς να είναι αδύναμος. Μπορεί να φοβάται κάτι και να παραμένει δυνατός σε εκατό άλλα. Μπορεί να δυσκολεύεται σ’ ένα κομμάτι της ζωής του χωρίς αυτό να ακυρώνει όλα όσα είναι.
Αυτό θέλω να μπορώ να δίνω στους ανθρώπους που αγαπώ κι αυτό ζητάω κι από εκείνους.
Όχι λύπηση. Ούτε σωτηρία. Μόνο εκείνη την προσοχή που έρχεται όταν έχεις μάθει κάποιον λίγο βαθύτερα και ξέρεις πια ποια σημεία του χρειάζονται περισσότερη τρυφερότητα.
Γιατί μπορεί να μην μπορούμε να θεραπεύσουμε ο ένας τις πληγές του άλλου.
Μπορούμε όμως να φροντίσουμε να μην τις κάνουμε βαθύτερες.
Κι αν αγαπάω έναν άνθρωπο, αυτό τουλάχιστον θέλω να μπορώ να κάνω.
Να ξέρω πού πονάει κι εκεί να τον αγγίζω λίγο πιο απαλά.
