Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Μια στιγμή πριν το τέλος, όλα είναι ήσυχα.
Όχι γιατί είμαστε καλά. Αλλά γιατί δεν αντέχουμε άλλον καυγά.
Κοιταζόμαστε χωρίς να βλέπουμε.
Μιλάμε χωρίς να λέμε.
Ανασαίνουμε δίπλα, χωρίς να μοιραζόμαστε αέρα.
Μια στιγμή πριν το τέλος, βάζεις το καλό σου χαμόγελο.
Αυτό που έμαθες να φοράς όταν μέσα σου καταρρέεις.
Προσπαθείς να φανείς “εντάξει”.
Να κρατήσεις ένα ψέμα όρθιο, για να μην πέσει πάνω σας και σας πλακώσει.
Μια στιγμή πριν το τέλος, δεν έχει πια ούτε φωνές, ούτε δράματα.
Έχει μόνο σιωπές.
Και βλέμματα που φωνάζουν “σ’ αγαπάω ακόμα”, αλλά δεν τολμούν να το πουν.
Γιατί πια δεν φτάνει.
Μια στιγμή πριν το τέλος, δεν υπάρχουν ούτε ήρωες, ούτε θύματα.
Υπάρχουν δύο άνθρωποι που δεν κατάφεραν να χωρέσουν ο ένας στον κόσμο του άλλου.
Που κούρασαν και κουράστηκαν.
Που πίστεψαν ότι με τον έρωτα φτιάχνεις ζωή, αλλά ξέχασαν πως χρειάζεται και σεβασμός, και απόφαση, και πίστη.
Έτσι είναι.
Δεν φεύγεις επειδή δεν αγαπάς.
Φεύγεις επειδή δεν αντέχεις πια να εξευτελίζεις ό,τι ένιωσες.
Φεύγεις επειδή δεν μπορείς να λες συνέχεια “δεν πειράζει”, όταν όλα σε πειράζουν.
Φεύγεις γιατί κατάλαβες πως στην τελική, δεν είναι αγάπη αν πρέπει να σε μικραίνει για να την αντέξει.
Δεν ήρθα να σε καταδικάσω.
Ήρθα να σου πω την αλήθεια.
Και η αλήθεια είναι πως όταν ο έρωτας δεν σώζεται, δεν είναι ήττα να φεύγεις.
Είναι αξιοπρέπεια.
Και κάπου εκεί, λίγο πριν το τέλος, το μόνο που μένει είναι να κοιτάξεις τον άλλον στα μάτια και να του πεις:
“Δεν ξέρω πότε το χάσαμε, αλλά δεν μπορώ να μένω κάπου που με πονάει πιο πολύ απ’ όσο με γεμίζει.”
Δεν έφυγα επειδή δεν σ’ αγαπούσα.
Έφυγα γιατί ένιωθα πιο μόνη δίπλα σου, απ’ όσο ένιωθα όταν ήμουν μόνη μου.
