Γράφει ο Πάνος Θεοδώρου
Με έμαθες να αναπνέω μέσα από σένα. Να ζω για το γέλιο σου, για τα μάτια σου, για την αφή σου. Κι ήταν όλα τόσο απόλυτα, τόσο ολοκληρωμένα, που ποτέ δεν σκέφτηκα πως θα μπορούσε να τελειώσει.
Εσύ ήσουν το σπίτι μου. Η φωνή σου ο ήχος που ήθελα να ακούω όταν όλα γύρω μου σωπαίνανε. Τα χέρια σου η ασπίδα που με προστάτευε από κάθε φόβο. Και η καρδιά σου… η καρδιά σου ο χτύπος που κρατούσε και τη δική μου σε ρυθμό.
Κι όμως, έφυγες. Σαν τον άνεμο που αλλάζει κατεύθυνση χωρίς προειδοποίηση. Έφυγες, αφήνοντάς με με τη συνήθεια της αγάπης σου, χωρίς την παρουσία της. Μου έμαθες να αγαπώ όπως εσύ, να δίνω όπως εσύ, και μετά μ’ άφησες να παλεύω μόνος μου να κρατήσω ζωντανό κάτι που δεν ήταν ποτέ δικό μου.
Θυμάμαι ακόμα πώς με κοίταζες. Σαν να ήμουν το κέντρο του κόσμου σου. Κι εγώ το πίστεψα. Το πίστεψα τόσο, που όταν το βλέμμα σου άλλαξε, όταν το κέντρο σου μετατοπίστηκε, εγώ ακόμα έμενα εκεί. Μόνος.
Δεν ξέρω αν φεύγοντας, πήρες κι ένα κομμάτι μου μαζί σου ή αν άφησες ένα κομμάτι σου πίσω. Ξέρω μόνο πως αυτή η απουσία σου είναι σαν σκιές που με κυνηγούν. Σαν να περιμένω ακόμα να γυρίσεις, να μου πεις ότι ήταν λάθος, ότι δεν μπορούσες να ζήσεις μακριά μου.
Αλλά ξέρω πως δεν θα το κάνεις. Δεν είσαι πια εδώ. Κι εγώ πρέπει να μάθω να ζω με την αγάπη που μου άφησες. Να μάθω να την κάνω δύναμη κι όχι βάρος. Να μην τη μισήσω επειδή μου στέρησε εσένα.
Με έμαθες στην αγάπη σου, κι έφυγες. Αλλά μ’ έμαθες. Κι αυτό δεν θα στο συγχωρήσω, αλλά και ποτέ δεν θα το ξεχάσω. Γιατί αν ξαναγαπήσω, θα είναι εξαιτίας σου. Κι αν ποτέ σταματήσω να φοβάμαι να χάσω, θα είναι γιατί έμαθα ότι μπορώ να επιβιώσω. Ακόμα κι όταν κάποιος φεύγει.
