Γράφει η Ιωάννα Ανδριανού
Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι που νιώθεις για αυτούς, οι άνθρωποι που θα μείνουν.
Και δεν είναι ντροπή να το παραδεχτείς. Πόσες φορές στάθηκες δίπλα σε κάποιον που τον ένιωθες “δικό σου”; Πόσες φορές έδωσες χωρίς να σου ζητηθεί, κράτησες χωρίς να κρατηθείς, και περίμενες χωρίς να γυρίσει;
Η καρδιά έχει δικά της μέτρα. Δεν λειτουργεί με λογική, δεν δέχεται όρους. Γι’ αυτό πονάει διπλά όταν αναγκάζεσαι να φύγεις. Όχι γιατί δεν ήθελες να μείνεις. Αλλά γιατί, τελικά, ήσουν ο μόνος που το πάλευε.
Έρχεται μια στιγμή που δεν φεύγεις επειδή το ξεπέρασες. Φεύγεις γιατί δεν αντέχεις άλλο να πληρώνεις το “μαζί” με το μέσα σου. Κι εκεί αρχίζει η πιο δύσκολη μάχη: να αποχαιρετάς χωρίς να σε έχει αποχαιρετήσει ο άλλος. Να φεύγεις, ενώ κάτι μέσα σου ουρλιάζει “μείνε λίγο ακόμα”.
Αλλά ξέρεις τι αξίζει περισσότερο; Να σώσεις εσένα. Να μην αφήσεις κανέναν να σε πείσει πως δεν άξιζες. Να μη σε εξευτελίσει η αναμονή, η σιωπή, η απόσταση που δεν εξηγήθηκε ποτέ.
Ναι, υπάρχουν αντίο που δεν ειπώθηκαν. Υπάρχουν και εκείνα που δεν έπρεπε να κρατηθούν μέσα, αλλά τα κατάπιες για χάρη μιας ψευδαίσθησης. Όμως στο τέλος, όλοι αποκαλύπτονται. Κι αυτό είναι ανακούφιση. Γιατί βλέπεις πια καθαρά ποιος ήταν και ποιος έπαιζε ρόλο.
Το να φύγεις δεν σημαίνει ότι δεν αγάπησες. Σημαίνει ότι έβαλες τον εαυτό σου πάνω από ένα “μαζί” που δεν ήταν ποτέ αμοιβαίο.
Και αν πονάς τώρα, να ξέρεις: δεν πονάς για αυτόν που έφυγε. Πονάς για τον εαυτό σου που έμεινε πολύ. Που αγάπησε, που πάλεψε, που άξιζε καλύτερα.
Αυτό το “αντίο” δεν θα το θυμάσαι σαν τέλος. Θα το θυμάσαι σαν αρχή.
