Γράφει η Ρένα Χατζηγεωργίου
Δεν με τρόμαξαν ποτέ τα όμορφα μάτια. Με τρόμαξαν εκείνα που σε κοιτάζουν λες και σε καταλαβαίνουν. Εκείνα που μπαίνουν μέσα σου χωρίς θόρυβο. Που δεν χρειάζονται προσπάθεια για να σε διαβάσουν. Που σε κάνουν να ξεχνάς τις άμυνες που έχτισες με κόπο, τις υποσχέσεις που έδωσες στον εαυτό σου, τις φορές που είπες «από εδώ και πέρα θα προσέχω».
Τα δικά σου μάτια ήταν μεγάλος μπελάς. Όχι γιατί ήταν όμορφα. Ο κόσμος είναι γεμάτος όμορφους ανθρώπους. Ήταν μεγάλος μπελάς γιατί είχαν εκείνη την επικίνδυνη ηρεμία που σε έκανε να νιώθεις ασφαλής χωρίς να είσαι.
Με κοίταζες κι έμοιαζαν όλα πιο εύκολα. Οι φόβοι μου πιο μικροί. Οι πληγές λιγότερο άγριες. Η ζωή λιγότερο βαριά.
Κι αυτό είναι επικίνδυνο.
Να βρίσκεις καταφύγιο μέσα σε άνθρωπο.
Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι σπίτια. Φεύγουν. Χάνονται. Αλλάζουν. Κι ύστερα μένεις να ψάχνεις κομμάτια σου σε μέρη που δεν σου ανήκουν πια.
Θυμάμαι μια φορά που γελούσες κι εγώ δεν άκουγα τι έλεγες. Σε κοιτούσα μόνο. Σαν να φοβόμουν ότι αν χαλάσω τη στιγμή κοιτώντας αλλού, θα χαθεί κάτι που δεν θα ξαναβρώ.
Και ξέρεις το χειρότερο;
Το ήξερα.
Το ήξερα πως άνθρωποι σαν εσένα δεν έρχονται για να μείνουν εύκολα. Έρχονται για να μετακινήσουν πράγματα μέσα σου. Να σε κάνουν να αμφισβητήσεις βεβαιότητες. Να σε μάθουν ξανά από την αρχή. Να σου θυμίσουν πόσο επικίνδυνος γίνεται ο άνθρωπος όταν νιώθει.
Κι εγώ ένιωσα.
Πολύ.
Περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Περισσότερο απ’ όσο άντεχα.
Κι ύστερα ήρθε η απουσία.
Κι εκεί κατάλαβα τι πραγματικά ήταν ο μπελάς.
Δεν ήταν τα μάτια σου.
Ήταν που άφησα τον εαυτό μου να συνηθίσει να βρίσκει γαλήνη μέσα τους.
Κι όταν έφυγες, δεν μου έλειπες μόνο εσύ.
Μου έλειπε εκείνη η εκδοχή μου που υπήρχε μόνο όταν με κοιτούσες.
Κάποιοι άνθρωποι δεν σου σπάνε την καρδιά όταν φεύγουν.
Σου παίρνουν τον καθρέφτη.
Και μετά μένεις μόνος.
Να προσπαθείς να θυμηθείς ποιος ήσουν πριν τους γνωρίσεις.
