Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Δεν με κουράζουν οι άνθρωποι που φεύγουν.
Με κουράζουν εκείνοι που μένουν μισοί.
Εκείνοι που έρχονται με βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις κι ύστερα χάνονται μέσα στις ίδιες τους τις σκιές. Που ανοίγουν πόρτες που δεν έχουν πρόθεση να περάσουν. Που σου πιάνουν το χέρι όχι γιατί θέλουν να περπατήσουν δίπλα σου, αλλά γιατί φοβούνται να περπατήσουν μόνοι.
Κι εγώ μεγάλωσα.
Δεν έχω πια ηλικία για αβεβαιότητες που ντύνονται ενδιαφέρον. Για «ίσως», για «βλέπουμε», για ανθρώπους που με θέλουν μόνο όταν τους λείπει κάτι από μέσα τους.
Δεν γεννήθηκα για να γίνω σταθμός ανεφοδιασμού συναισθημάτων.
Δεν είμαι η γυναίκα που θα κάθεται απέναντί σου να σε περιμένει να αποφασίσεις αν αξίζει να τη διαλέξεις.
Δεν είμαι δοκιμαστικό.
Δεν είμαι η ασφάλεια μέχρι να βρεις κάτι που σε ενθουσιάζει περισσότερο.
Ξέρεις τι είναι το πιο άδικο;
Όχι να μη σε αγαπήσουν.
Να σε κρατούν κοντά ενώ δεν ξέρουν αν θέλουν να μείνουν.
Να σε ταΐζουν ψίχουλα παρουσίας όταν μέσα σου χτίζεται ολόκληρο σπίτι. Να σε κάνουν να αμφισβητείς τον εαυτό σου. Να κοιτάζεις το κινητό σαν ηρεμιστικό. Να μετράς λέξεις. Χρόνους απάντησης. Τόνους φωνής. Να γίνεσαι κάποια που δεν αναγνωρίζεις.
Και ξέρεις κάτι;
Αυτό δεν είναι έρωτας.
Είναι αναμονή.
Κι η αναμονή κουράζει περισσότερο κι από την απουσία.
Γι’ αυτό άκουσέ με καλά.
Αν δεν ξέρεις τι θες από εμένα, φύγε.
Όχι από θυμό.
Από σεβασμό.
Σε μένα.
Σε εσένα.
Σε εκείνο το κορίτσι μέσα μου που κάποτε παρακαλούσε ανθρώπους να μείνουν κι έπειτα μεγάλωσε αρκετά για να καταλάβει κάτι σκληρό.
Ότι δεν χάνεις όταν φεύγει κάποιος που δεν ήταν σίγουρος για εσένα.
Χάνεσαι όταν μένεις εσύ.
Κι εγώ δεν αφήνω πια τον εαυτό μου να χάνεται για ανθρώπους που μπερδεύουν την ανάγκη με την αγάπη.
Αν δεν ξέρεις τι θες από εμένα, φύγε.
Πριν αναγκαστώ να φύγω εγώ από τον άνθρωπο που έγινα για να χωράω την αβεβαιότητά σου.
