Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Χθες έφτιαξα λιγάκι (ξανά) τα βιβλία της μητέρας μου. Όχι τα καινούρια. Όχι εκείνα που αγόραζε και της αγόραζα. Εκείνα τα παλιά, τα δερματόδετα, που έπαιρνε μαζί της πριν καν γεννηθώ, στα ταξίδια της με τον πατέρα μου. Και κάπως έτσι ξαναπιασα στα χέρια μου το Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα.
Δεν ξέρω αν τελικά διαλέγουμε εμείς τα βιβλία ή αν κάποια βιβλία αποφασίζουν μόνα τους πότε θα επιστρέψουν στη ζωή μας.
Γιατί άλλο είναι να διαβάζεις ένα βιβλίο στα δεκαπέντε σου κι άλλο να το ανοίγεις χρόνια μετά, έχοντας χάσει ανθρώπους, έχοντας προδώσει κομμάτια του εαυτού σου, έχοντας κάνει εκπτώσεις που κάποτε ορκιζόσουν πως δεν θα κάνεις ποτέ.
Το ακούμπησα στα χέρια μου κι ένιωσα κάτι παράξενο. Όχι νοσταλγία. Η νοσταλγία είναι εύκολη. Ωραιοποιεί. Μαλακώνει γωνίες. Αυτό ήταν κάτι πιο βαρύ. Σαν να άνοιξα μια μικρή πόρτα και να βρήκα απέναντί μου όλους τους ανθρώπους που υπήρξα.
Τη μητέρα μου νέα. Τον πατέρα μου σε εκείνα τα ταξίδια που εγώ δεν έζησα ποτέ. Το σπίτι όπως ήταν πριν αλλάξουν όλα. Κι εμένα. Εκείνη που κάποτε πίστευε ότι ο κόσμος ανοίγει για όσους τολμούν.
Κάπου μεγαλώνοντας γινόμαστε επικίνδυνα λογικοί.
Σταματάμε να κοιτάμε ψηλά όχι γιατί δεν μπορούμε. Αλλά γιατί κάποιος κάποτε μας έπεισε ότι δεν αξίζει.
Κι εκεί είναι που σε διαλύει ο Λουντέμης.
Όχι γιατί μιλάει για όνειρα.
Αυτό είναι το εύκολο κομμάτι.
Σε διαλύει γιατί σου θυμίζει πόσο βίαια εκπαιδεύεται ο άνθρωπος να μικραίνει τον εαυτό του. Να χωράει σε κουτάκια. Να μαζεύει τις επιθυμίες του για να μη θεωρηθεί υπερβολικός. Να εγκαταλείπει κομμάτια του σαν να είναι φυσιολογικό να επιβιώνεις μισός.
Ο Μέλιος δεν μετρούσε άστρα.
Μετρούσε απόσταση.
Ανάμεσα σε αυτό που ήταν και σε αυτό που ονειρευόταν να γίνει.
Κι αυτή η απόσταση πονάει περισσότερο όταν μεγαλώνεις.
Γιατί τότε αρχίζεις να καταλαβαίνεις πως οι μεγαλύτερες ήττες δεν είναι εκείνες που σου έδωσε η ζωή.
Είναι εκείνες που υπέγραψες μόνος σου.
Και ίσως τελικά να μην ήταν τυχαίο που κουβαλάω πάνω μου ένα τατουάζ.
Ad astra per aspera.
«Στα άστρα μέσα από τις δυσκολίες».
Το χάραξα πάνω στο δέρμα μου χρόνια πριν. Ίσως χωρίς να καταλαβαίνω τότε πόσο βαθιά θα ρίζωνε μέσα μου. Χθες, κρατώντας ξανά στα χέρια μου το Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, κατάλαβα κάτι που με άφησε για λίγο ακίνητη.
Κουβαλούσα τον Λουντέμη πάνω μου χωρίς να το ξέρω. Τον Λουντέμη που μου έμαθε εκείνη, τόσο νωρίς..
Γιατί ο Μέλιος δεν κοίταζε τον ουρανό επειδή ήταν ρομαντικός.
Τον κοιτούσε γιατί αρνιόταν να δεχτεί πως η ζωή τελειώνει εκεί που σου δείχνουν οι άλλοι.
Περνούσε μέσα από στερήσεις. Μοναξιά. Απόρριψη. Φόβο.
Μέσα από τα δύσκολα.
Προς τα άστρα.
Και ξαφνικά σκέφτηκα κάτι που με τρόμαξε.
Δεν φοβάμαι μήπως δεν φτάσω ποτέ τα άστρα.
Φοβάμαι μήπως κάποια μέρα σταματήσω να σηκώνω το κεφάλι για να τα ψάξω.
Γιατί τελικά αυτό δεν είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα που σου παίρνει η ζωή.
Δεν είναι οι αποτυχίες.
Δεν είναι οι απώλειες.
Είναι η στιγμή που αρχίζεις να πιστεύεις ότι ο ουρανός δεν είναι πια για σένα.
