Γράφει η Ευαγγελία Αλιβιζάτου
Λες να ξαναβρεθούμε;
Θα το ήθελες;
Κι αν ναι, πες μου, υπάρχουν πιθανότητες να φωνάξουν οι ψυχές μας;
Να μιλήσουν αληθινά;
Θα αντέξεις ένα βλέμμα;
Θα μπορέσεις να αρθρώσεις μια λέξη…
Πες μου μια αλήθεια πριν σε πάρει πάλι το αγέρι, και σε πάει μακριά…
Ξεχνιούνται οι μεγάλες αγάπες;
Αλλάζουν ρότα οι ψυχές;
Να σου θυμίσω πως….
Ήμουνα κομμάτι σου.
Έγινα εσύ…
Γράφω συχνά για σένα, γεμίζοντας, σε κάθε άδεια γραμμή, το μολύβι φτιάχνει την μορφή σου.
Ακολουθώ τις γραμμές και το λευκό χαρτί με τις λέξεις, σχηματίζει την σιλουέτα σου.
Το τετράδιο γεμίζει.
Μένω μουγκή και σε θαυμάζω, αφού δεν σε έχω πλάι μου…
Δεν είχα το ταλέντο αυτό…της ζωγραφικής.
Oι σελίδες είναι ιερές, ατσαλάκωτες, στο τελείωμά τους με τις λέξεις να πονούν και αυτές.
Είμαι θλιμμένη..
Νομίζεις πως σε ξέχασα;
Δεν μπόρεσα ποτέ.
Προσπάθησα όμως.
Πάντοτε θαύμαζα το χαρακτήρα σου.
Ανήσυχος, πνευματώδης με χιούμορ.
Δεν είχα “σπίτι”πριν από σένα.
Ήμουν χωρίς αγκαλιά.
Το στέγαστρό σου γερό ατσαλένιο, δυνατό.
Λίγο κρασί για συντροφιά,
τις νύχτες μας γιάτρευε…
Είχα την αγάπη να σου δώσω… τόσο που σε τρόμαξε.
Την φοβήθηκες.
Ήμασταν σαν τρεχούμενο νερό, κρυστάλλινο από ποτάμι, καθαρά συναισθήματα χωρίς απαιτήσεις…
“Μαζί δεν θα είμαστε ποτέ” μου είπες δακρυσμένος, χωρίς να ξέρω το γιατί.
Κρατώντας το πουκάμισό σου έφυγες… σαν βαρίδι, τα πόδια σου δεν σε βαστούσαν…
“Δειλέ” ψιθύρισα από φόβο μην με ακούσεις.
Και περίμενα… έλεγα θα ξανάρθεις.
Δεν έκλαψα, ούτε πόνεσα, μετρούσα μόνο σελίδες με τα γράμματα, τις λέξεις, τις εικόνες.
Ούτε μαράζωσα θα πω…
Έζησα το υπέρτατο συναίσθημα ανθρώπου.
Λες να ξαναβρεθούμε;
Σα να απαντά η εικόνα σου για πρώτη φορά…
Πισώπλατα δεν θα μιλήσω τώρα όμως ποτέ.
Δίπλα σου θα περάσω και θα σε αγνοήσω, αν αντέξω.
Γιατί δεν ζεις, μαθαίνω…απλά υπάρχεις.
Η σχέση μας δεν είχε ορθογραφικά λάθη.
Μα το τέλος έχει…σημείο στίξης.
Το λένε Αντίο με “τελεία”.
Σε φιλώ

