Γράφει η Αντωνία Χατζηγιάννη
Δεν πονάει που έφυγε.
Πονάει που όταν ήταν εκεί, δεν ήξερες τι είχες.
Που νόμιζες πως θα περιμένει. Πως θα αντέξει. Πως δεν θα φύγει ποτέ στ’ αλήθεια.
Μα έφυγε.
Κι εσύ έμεινες με τις στιγμές που κορόιδευες,
με τα “άσε με τώρα” και τα “έχω δουλειά” σου,
με την αδιαφορία που έντυσες για να κρύψεις την αδυναμία σου να νιώσεις.
Κι όταν κατάλαβες… ήταν αργά.
Όχι γιατί κάποιος στο είπε.
Αλλά γιατί γύρισες και δεν ήταν πια εκεί να το ακούσει.
Τώρα θυμάσαι.
Το γέλιο της. Τον τρόπο που σε κοίταζε. Τις φορές που σε περίμενε να γυρίσεις άνθρωπος.
Και κυρίως, θυμάσαι τις φορές που συγχωρούσε.
Που σε κράταγε στα κομμάτια σου, λες και ήταν δική της υποχρέωση.
Μα δεν είναι όλοι γεννημένοι να δίνουν για πάντα.
Και κάποια στιγμή, σταματούν.
Όχι επειδή έπαψαν να αγαπούν.
Αλλά επειδή σταμάτησαν να χωρούν στην αδιαφορία σου.
Η τιμωρία σου δεν είναι που την έχασες.
Είναι που τώρα καταλαβαίνεις τι είχες.
Και δεν υπάρχει πια κανείς να σου πει “σε συγχωρώ”.
Μόνο εσύ.
Κι αυτό, όσο κι αν το θες,
δεν θα αρκεί ποτέ.
