Γράφει ο Σταύρος Χριστοδούλου
Είμαι από τους ανθρώπους που δεν κρατούν φωτογραφίες από όσους φάνηκαν περαστικοί στη ζωή τους. Όχι επειδή έχω κακία ή δεν εκτιμώ τις στιγμές, αλλά γιατί πιστεύω πως, όταν κάτι ανήκει στο παρελθόν, πρέπει να μένει εκεί. Όμως με εσένα είναι διαφορετικά. Σε έχει ξεθωριάσει ο χρόνος, αλλά παραμένεις στη μνήμη μου, χωρίς να θέλω να το παραδεχτώ. Είσαι κάτι σημαντικό.
Μπροστά μου, χιλιάδες εικόνες ξυπνούν αναμνήσεις. Αναμνήσεις που νόμιζα πως είχα ξεχάσει. Σε όλες τις φωτογραφίες μας παρατηρώ τις εκφράσεις.
Πώς ένας άνθρωπος μπορεί να φαίνεται τόσο γεμάτος χωρίς να χαμογελάει;
Το χέρι μου έπεσε στην πρώτη φωτογραφία. Νεανικά πρόσωπα, που δεν γνωρίζονταν, χαμογελούν. Σαν να ήταν εικόνα στην πρώτη σελίδα ενός μικρού βιβλίου, που σε βάζει να σκεφτείς πως στο τέλος οι ήρωες θα κλείσουν αυτό το μυθιστόρημα με τη δική τους υπογραφή, με μια γλυκιά λέξη.
«Μαζί».
Κι όμως, αυτή η φωτογραφία πλέον είχε διαγραφεί. Έπρεπε να σε ζήσω ξανά για να τα καταφέρω.
Φτάνοντας στην τελευταία φωτογραφία, έχοντας έναν κάδο γεμάτο από έρωτα που δεν ήξερε ποια τροπή θα πάρει, παρατηρώ πως χαμογελάμε. Ξέραμε και οι δύο τι είχε συμβεί. Ήταν το τέλος, όμως είχαμε επιλέξει να χαμογελάμε. Το δικό μου χαμόγελο φαινόταν ψεύτικο δίπλα στο δικό σου. Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω πως θα ήμουν ένα μικρό κεφάλαιο της ζωής σου, ενώ για εμένα ήσουν ολόκληρο βιβλίο.
Πριν πατήσω την τελευταία διαγραφή, χαμογελούσα ξανά. Αυτή τη φορά το χαμόγελο ήταν αληθινό. Δεν κρατώ ότι έφυγες, αλλά ό,τι με έκανες να νιώσω όσο ήσουν εδώ.
Μέσα από εσένα κατάλαβα επιτέλους γιατί όλα τα νέα ζευγάρια που συναντούσαμε τόσο καιρό διέφεραν τόσο από εμάς. Είχαν τις ίδιες εκφράσεις που είχαμε στις φωτογραφίες, αλλά ήταν μαζί. Ήταν ολοκληρωμένοι.
