Γράφει η Ελπίδα Τάσσιου
«Όχι σήμερα». «Θα το συζητήσουμε όταν ηρεμήσουμε». «Περίμενε λίγο ακόμα». «Μετά τις διακοπές». «Μόλις περάσει αυτή η περίοδος». Και κάπως έτσι, η ζωή γίνεται μια μόνιμη αναμονή. Αναβάλλεις τη συζήτηση που φοβάσαι. Την αγκαλιά που χρωστάς. Το «συγγνώμη» που έχει κολλήσει στον λαιμό σου. Το «σε χρειάζομαι» που ντρέπεσαι να πεις. Αναβάλλεις ακόμα και την απόφαση να φύγεις, επειδή μέσα σου ελπίζεις πως κάτι θα συμβεί μόνο του.
Δεν συμβαίνει.
Οι σχέσεις δεν πεθαίνουν ξαφνικά. Στεγνώνουν. Σαν γλάστρα που δεν ξέχασε κανείς να ποτίσει μία φορά. Την ξέχασαν λίγο κάθε μέρα. Λίγο λιγότερο ενδιαφέρον. Λίγο λιγότερη περιέργεια. Λίγο λιγότερο άγγιγμα. Λίγο λιγότερη προσπάθεια. Και κάθε «λίγο» μοιάζει ασήμαντο, μέχρι που μια μέρα κοιτάζεις απέναντί σου έναν άνθρωπο που κάποτε ήταν ολόκληρος ο κόσμος σου και δεν ξέρεις πια από πού να τον πιάσεις.
Το πιο σκληρό είναι ότι, όταν τελειώνει μια σχέση έτσι, δεν υπάρχει ένας ένοχος. Υπάρχουν δύο άνθρωποι που πίστεψαν πως είχαν χρόνο. Χρόνο να αγαπήσουν αύριο. Χρόνο να διορθώσουν ό,τι χάλασε. Χρόνο να μιλήσουν όταν θα είναι πιο έτοιμοι. Μόνο που ο χρόνος δεν περιμένει κανέναν να ωριμάσει. Παίρνει πρώτα τη λαχτάρα. Μετά την υπομονή. Και στο τέλος, παίρνει τον ίδιο τον άνθρωπο.
Γι’ αυτό πρόσεχε τις αναβολές. Δεν είναι αθώες. Κρύβονται πίσω από λογικές εξηγήσεις και ευγενικές δικαιολογίες, αλλά σκάβουν αργά, αθόρυβα, κάτω από τα θεμέλια κάθε σχέσης.
Και κάποια στιγμή, χωρίς καβγά, χωρίς προδοσία, χωρίς μεγάλη έκρηξη, συνειδητοποιείς το πιο οδυνηρό απ’ όλα.
Δεν τελείωσε πρώτα η σχέση.
Τελείωσε ο άνθρωπος που πάλευε να την κρατήσει ζωντανή.
