Γράφει ο Κωνσταντίνος Καρύδης
Εκείνος κοιμόταν. Εσύ ξαγρυπνούσες. Εκείνος προχώρησε. Εσύ κόλλησες. Κι ας μην κοροϊδευόμαστε, δεν τον περίμενες στ’ αλήθεια να γυρίσει. Ήξερες από την αρχή. Αυτό που περίμενες ήταν να δεις πόσο μέτρησες. Και τώρα ξέρεις. Δεν μέτρησες.
Κι αυτή είναι η πιο σκληρή αλήθεια. Ο άνθρωπος που κράτησες σαν φυλαχτό, σε κράτησε σαν επιλογή της στιγμής. Εσύ έπαιξες τα ρέστα σου, έδωσες νύχτες, μέρες, κομμάτια από τον εαυτό σου, κι εκείνος απλά γύρισε πλευρό. Γιατί; Γιατί μπορούσε. Γιατί ποτέ δεν μπήκε στη διαδικασία να σκεφτεί ότι αυτό που σου έδινε ήταν το μισό. Κι εσύ; Το πήρες ολόκληρο.
Αυτή είναι η παγίδα. Δεν μέτρησες γιατί εκείνος δεν είχε μάθει να μετρά. Είχε μάθει να παίρνει. Να καταναλώνει τους ανθρώπους μέχρι να στεγνώσουν και μετά να συνεχίζει στον επόμενο. Εσύ έμεινες πίσω να μετράς πληγές και να ψάχνεις απαντήσεις. Κι όμως, οι απαντήσεις ήταν πάντα μπροστά σου: ποτέ δεν ήσουν κομμάτι της ζωής του, ήσουν απλώς στάση.
Ξέρω, πονάει. Μα αν κάτι πρέπει να κρατήσεις, είναι πως το να μην μετρήσεις στη ζωή κάποιου δεν λέει τίποτα για την αξία σου. Λέει τα πάντα για τη δική του ανικανότητα να δει ποιον είχε δίπλα του. Κι ίσως, όσο σκληρό κι αν ακούγεται, να σου έκανε τελικά χάρη. Γιατί σου έδειξε νωρίς ότι ό,τι κι αν έδινες, θα ήταν πάντα λίγα γι’ αυτόν.
Κι εσύ; Μην μείνεις άλλο εκεί. Μην ψάχνεις να αποδείξεις πόσο αξίζεις σε μάτια που δεν βλέπουν. Μέτρα τον εαυτό σου αλλιώς. Μέτρα τα βήματα που θα κάνεις μακριά. Μέτρα τις φορές που θα ξανασταθείς στα πόδια σου. Γιατί τελικά, εκείνος κοιμόταν. Εσύ ήσουν πάντα ξύπνιος.
