Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Δεν θα ξεχάσεις ποτέ πως σε έκανε να νιώθεις όταν σε κράταγε στα χέρια του. Πώς τα χέρια του γλιστρούσαν απαλά στην πλάτη σου και κατέβαιναν μέχρι τα λακακια της μέσης σου. Ο τρόπος που σε κοιταγε και έλιωνε, η φωνή του βαριά και ρυθμική την ώρα που σου έλεγε πόσο σε αγαπάει. Πώς να ξεχάσεις τα μάτια του που πλυμμηριζαν αστέρια όταν του χαμογελούσες. Ήσουν ο κόσμος του.
Αυτές τις στιγμές και μικρές αλλά ουσιαστικές που βρισκοσουν στην αγκαλιά του ήταν μοναδικές. Ολόκληρος ο κόσμος κλεισμένος σε μικρές μοναδικές στιγμές.
Μα τελικά δεν ήσουν γεννημένη για τα μεγάλα. Έβλεπες έρωτα και αγάπη και φοβοσουν. Έτρεχες μακριά. Σε έλκυε πάντα το απαγορευμένο, το λίγο και αδιάφορο. Είχες τόσα κενά μέσα σου που δεν μπορούσες να δεχτείς την αγάπη που κάποιος σου πρόσφερε.
Και έτσι έφυγες. Άφησες μια καταστροφή και εξαφανίστηκες.
Τα μάτια του δεν ήταν πια γεμάτα αστέρια, είχαν στερέψει, είχαν αδειάσει. Έχασε τον εαυτό του και την ζωή του. Άδειασε το πρόσωπο του από αισθήματα και συναισθήματα.
Και όμως στην πραγματικότητα η συναισθηματικά κενή ήσουν εσύ. Εκείνος απλώς σε αγάπησε, σε λάτρεψε, σε διάλεξε. Εσύ τρόμαξες, έφυγες και τον άδειασες.
Δεν έμεινε τίποτα ούτε από εκείνον ούτε από εσάς. Αποκαιδια μια ζωή δική του και μια στιγμή δική σου.
