Γράφει ο Σταύρος Χριστοδούλου
Βρίσκομαι ήδη στο καράβι.
Ο αέρας χαϊδεύει το ηλιοκαμένο μου πρόσωπο, καθώς ακουμπάω στο ξύλο του καταστρώματος.
Το νησί χάνεται όλο και περισσότερο στον ορίζοντα, όπως κι εγώ νιώθω να χάνομαι μαζί του. Δεν πρόλαβα να σου τα πω όλα. Είναι οι σκέψεις που δεν κατάφερα να μοιραστώ μαζί σου.
Συνήθως λένε πως όταν ερωτεύεσαι ένα μέρος, είναι επειδή εκεί βρίσκεται ένα κομμάτι της ψυχής σου.
Κι όμως, αυτό το κομμάτι το βρήκα. Ήσουν εκεί.
Ένας καλοκαιρινός έρωτας στα στενά της Σκιάθου γεννήθηκε. Ήταν ο δικός μας έρωτας.
Μου λείπουν ήδη όλα όσα δεν προλάβαμε να ζήσουμε. Μου λείπει το πινέλο σου που ζωγράφισε με το όμορφο γαλάζιο την καρδιά μου, που καμιά αλμύρα δεν μπόρεσε να σβήσει.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον αποχαιρετισμό μας.
Στο ίδιο μέρος που σε γνώρισα για πρώτη φορά, πίσω από την εκκλησία, με θέα όλο το νησί.
Πρώτη φορά είδα δάκρυα να γεμίζουν το πρόσωπό σου.
«Το επόμενο καλοκαίρι θα έρθω να σε βρω», σου είπα.
«Το επόμενο καλοκαίρι ελπίζω να γυρίσεις».
Το ταξίδι της επιστροφής φτάνει στο τέλος του.
Δεν θέλω να σταματήσει η ονειροπόληση.
Θέλω λίγο ταξίδι ακόμη.
Σαν το ταξίδι των κυμάτων, που με απομακρύνει αργά και βασανιστικά από εσένα, μαζί με τα όνειρά μου. Όπως κάναμε τότε τα βράδια με τη βάρκα, κάτω από τα αστέρια, τραγουδώντας καθώς η θάλασσα είχε αρχίσει ήδη να κοιμάται.
Η θάλασσά μας θα είναι εκεί, θα μας περιμένει για να την ξυπνήσουμε.
Κι αν με ρωτήσουν τι χρώμα είχε αυτός ο καλοκαιρινός έρωτας, θα τους πω εκείνο το γαλάζιο.
Που με δυσκολία αποχωρίστηκα.
