Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Δεν ήταν σχέση.
Δεν πρόλαβε να γίνει. Κι όμως, άφησε πίσω της συντρίμμια σαν να πέρασε ολόκληρη ζωή από πάνω μας.
Αυτό είναι το επικίνδυνο με τις “παρ’ ολίγο” ιστορίες. Δεν πεθαίνουν ποτέ κανονικά. Δεν έχουν ένα ξεκάθαρο τέλος να το πιάσεις από τον λαιμό και να πεις “ως εδώ”. Μένουν ανοιχτές. Σαν πληγές που τις ντύνεις με χρόνια, δουλειές, άλλους ανθρώπους, ταξίδια, νύχτες, αλλά από μέσα συνεχίζουν να στάζουν.
Εμείς δεν χωρίσαμε ποτέ στ’ αλήθεια.
Δεν φτάσαμε καν εκεί.
Χαθήκαμε λίγο πριν.
Λίγο πριν τη συγκατοίκηση. Λίγο πριν τις κακές συνήθειες του άλλου. Λίγο πριν τις Κυριακές με νεύρα και άπλυτα πιάτα. Λίγο πριν μάθουμε αν η αγάπη μας άντεχε και στις άσχημες μέρες ή μόνο μέσα στην ένταση και την προσμονή.
Κι ίσως γι’ αυτό πονάει τόσο.
Γιατί δεν καταστράφηκε από την πραγματικότητα. Καταστράφηκε από το “ίσως”. Από όλα όσα φανταστήκαμε και δεν επιβεβαιώσαμε ποτέ. Κουβαλάμε μια ευτυχία άφθαρτη, επειδή ακριβώς δεν πρόλαβε να ζήσει αρκετά για να χαλάσει.
Καμιά φορά σε σκέφτομαι μέσα σε μικρές, άχρηστες στιγμές. Στο σούπερ μάρκετ. Σε ένα φανάρι. Σε μια άδεια πλευρά του κρεβατιού όταν ξυπνάω μέσα στη νύχτα. Και με πιάνει θυμός. Όχι γιατί δεν με αγάπησες. Αλλά γιατί ήμασταν τόσο κοντά στο να γίνουμε κάτι αληθινό και φοβηθήκαμε και οι δυο.
Εσύ έκανες πίσω πρώτη.
Εγώ έκανα πως δεν το βλέπω.
Κι έτσι χάσαμε κάτι πριν καν αποκτήσει όνομα.
Το χειρότερο δεν είναι ότι δεν σε έχω πια. Το χειρότερο είναι πως δεν θα μάθω ποτέ τι θα μπορούσαμε να είμαστε αν είχαμε λίγο περισσότερο θάρρος και λίγο λιγότερο εγωισμό.
Και υπάρχουν νύχτες που αυτό το “παρ’ ολίγο” πονάει περισσότερο κι από έναν κανονικό χωρισμό.
Γιατί οι άνθρωποι ξεπερνούν όσα έζησαν.
Αλλά δύσκολα θάβουν όσα δεν τόλμησαν ποτέ να ζήσουν.
