Γράφει η Σπυριδούλα Σγούρου
Ξυπνάς, ανοίγεις τα μάτια σου και λες ευχαριστώ για άλλη μια μέρα που σου δόθηκε. Μένεις ακίνητος στη σιωπή, με τα παντζούρια κλειστά, χωρίς φως. Δεν έχεις διάθεση να σηκωθείς, θέλεις να μείνεις εκεί ακριβώς σε αυτό το χρονικό σημείο, σε αυτή τη στιγμή που είσαι μόνο εσύ και η αδυναμία σου. Κουράστηκες! Πολλά τα χτυπήματα και εσύ να αντιστέκεσαι.
Φτάνει πια ! Δεν αποδείχτηκες άξιος πολεμιστής κάθε φορά που σε έβαζε στόχο η ζωή;
Τραβάς τα σκεπάσματα και κουκουλώνεσαι. Πάλεψες με όλο σου το είναι, να σταθείς όρθιος σε κάθε περίσταση, μα για πόσο ! Πέρασες όλα τα στάδια, του θυμού, της λύπης, του πόνου και αποδέχτηκες ότι κι αν σου συνέβη. Πάτησες τα πόδια σου γερά στο έδαφος κι ας έτρεμαν. Θα περάσει και αυτό, έλεγες στον εαυτό σου, για να παίρνεις δύναμη. Σήκωνες το κεφάλι ψηλά και συνέχιζες μέχρι τη στιγμή που ερχόταν το επόμενο χτύπημα! Το ένα μετά το άλλο.
Με υπομονή και θάρρος, αντιμετώπιζες την κάθε δυσκολία. Έβρισκες πάντα κάποιον τρόπο να συνεχίζεις τη μάχη. Μα τώρα θυμώνεις! Θέλεις να κοιτάξεις τη ζωή κατάματα και να ουρλιάξεις, να τις φωνάξεις με όλη σου τη δύναμη, να σταματήσει τα χτυπήματα. Να σου δώσει επιτέλους όσα σου χρωστάει και τα δικαιούσαι. Τα απαιτώ, της φωνάζεις, σαν να μιλάς σε έναν ισάξιο αντίπαλο που γνωρίζεστε καλά. Κι αν δεν μπορείς να αλλάξεις όσα έγιναν, σου αξίζει να μπει ένα τέλος εδώ.
Ώστε να μπορέσεις να πετάξεις τα σκεπάσματα και να βγεις στον ήλιο. Να τον αφήσεις να σου ζεστάνει τις πληγές σου και τη λαβωμένη ψυχή σου. Να μυρίσεις τα ανοιξιάτικα λουλούδια και να γευτείς την αλμύρα της θάλασσας. Να γίνεις φίλος με τον άνεμο και να χορεύεις στη βροχή. Να νιώσεις ζωντανός, να ξεπλύνεις από πάνω σου τον πόνο, για να μπορέσεις να ανοίγεις τα παράθυρα κάθε μέρα και να έχεις ένα λόγο να χαμογελάς. Ως εδώ λοιπόν! Άσε με ήσυχη, άσε με να ζήσω για μένα επιτέλους, της λες. Δεν θέλεις άλλες αναμετρήσεις. Τις εξετάσεις που σου έβαλε τις πέρασες. Τώρα ήρθε η δική σου ώρα! Δεν θέλεις να πολεμήσεις άλλο, το μόνο που θέλεις είναι να ζήσεις!
