Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Κάποτε ευχήθηκα να φύγω τόσο μακριά σου που να γίνεις μια ανάμνηση. Κι έφυγα. Μέτρησα χιλιόμετρα, μέτρησα μήνες, άλλαξα πόλεις, συνήθειες, ανθρώπους. Έμαθα άλλους δρόμους, άλλες διαδρομές, άλλες καθημερινότητες. Και τότε κατάλαβα το πιο ειρωνικό παιχνίδι που παίζει η ζωή. Οι αποστάσεις λειτουργούν μόνο στους χάρτες. Όχι στην καρδιά. Γιατί από έναν άνθρωπο μπορείς να φύγεις εύκολα. Από τον εαυτό σου, ποτέ.
Νόμιζα πως η απόσταση θα σε μίκραινε. Ότι κάθε μέρα που περνάει θα σε ξεθωριάζει λίγο περισσότερο. Αντί γι’ αυτό, σε κουβάλησα παντού. Σε καφέδες που δεν ήπιες ποτέ, σε ηλιοβασιλέματα που δεν είδες, σε αεροδρόμια που δεν πάτησες, σε πόλεις που δεν θα μάθεις ποτέ ότι επισκέφθηκα. Δεν ήσουν εκεί. Κι όμως, ήσουν παντού. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που σταματούν να περπατούν δίπλα σου, αλλά συνεχίζουν να περπατούν μέσα σου.
Το πιο δύσκολο δεν είναι να σου λείπει κάποιος. Με αυτό, κάπως συμβιβάζεσαι. Το πιο δύσκολο είναι να πιάνεις τον εαυτό σου να θέλει ακόμη να του μιλήσει. Να συμβαίνει κάτι όμορφο και, για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, να σκέφτεσαι πως πρέπει να το μάθει πρώτος εκείνος. Κι ύστερα να θυμάσαι ότι δεν υπάρχει πια «εκείνος». Υπάρχει μόνο μια συνήθεια που αρνείται να πεθάνει.
Ο χρόνος δεν κάνει αυτό που λένε. Δεν σβήνει τους ανθρώπους. Σβήνει τις λεπτομέρειες. Ξεχνάς τη φωνή, ξεχνάς τις ημερομηνίες, ξεχνάς ακόμη και τον τελευταίο καβγά. Αυτό που μένει είναι ο τρόπος που ένιωθες. Κι αυτό δεν διαγράφεται. Δεν υπάρχει διαγραφή για τα συναισθήματα. Υπάρχει μόνο αρχειοθέτηση.
Γι’ αυτό, όχι. Δεν σε ξεπέρασα φεύγοντας. Απλώς έμαθα να ζω με την απουσία σου χωρίς να κάνω θόρυβο. Και ίσως αυτή να είναι η πιο σκληρή αλήθεια. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν τους κρατάς πια από το χέρι, αλλά συνεχίζουν να κρατούν ένα κομμάτι της ζωής σου. Όχι επειδή δεν προχώρησες. Αλλά επειδή, όσο κι αν προχώρησες, ένα μέρος σου έμεινε για πάντα πίσω, εκεί που κάποτε υπήρξατε μαζί.
