Γράφει ο Πάνος Θεοδώρου
Σε βλέπω έτσι, όπως σε είδα τότε.
Μόνη, με την πλάτη στραμμένη στον κόσμο, να κοιτάς τη θάλασσα που αγκαλιάζει το φως.
Σαν να κουβαλάς μέσα σου όλες τις εποχές του έρωτα, όλες τις παύσεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Κι εγώ, σε διαβάζω χωρίς να μιλάς. Γιατί σε ξέρω πια.
Η κούνια σου πάει.
Σε χωράει όπως κανείς άλλος.
Σε ισορροπεί ανάμεσα στον ουρανό και το νερό, ανάμεσα στο “έφυγα” και στο “ίσως μείνω”.
Και ξέρω, πως ό,τι κι αν σκέφτεσαι εκείνη τη στιγμή, έχει και δική μου υπογραφή.
Ήμουν εκεί σε όλα σου τα πριν. Και δεν ξέρω αν θα υπάρξει επόμενο για εμάς.
Αλλά αν μπορούσα να σου ψιθυρίσω κάτι χωρίς να σε τρομάξω, θα ήταν αυτό:
Δεν σε ξέχασα.
Ούτε για μια στιγμή.
Ούτε όταν έκανες πως γελάς, ούτε όταν κοίταζες αλλού.
Ούτε όταν σου είπα «φύγε» για να δω αν θα μείνεις.
Σε αγαπάω ακόμα, το ξέρεις.
Αλλά τώρα πια σ’ αγαπάω σιωπηλά.
Σαν δειλινό που πέφτει χωρίς θόρυβο, μα βάφει όλο τον ορίζοντα.
Κι αν είσαι ευτυχισμένη, έτσι όπως κάθεσαι και κοιτάς αυτόν τον ήλιο να δύει, τότε δεν θέλω τίποτα άλλο.
Μείνε.
Ή φύγε.
Αλλά κράτα για πάντα αυτή τη γαλήνη στο βλέμμα σου.
Γιατί ακόμα κι από μακριά, εγώ μόνο αυτό εύχομαι:
Να βρεις ό,τι εγώ δεν μπόρεσα να σου δώσω.
