Γράφει ο Άρης Γρηγοριάδης
Κι όμως, με κοίταζες ακόμα μ’ εκείνο το βλέμμα. Το βλέμμα που κάποτε έκρυβε υποσχέσεις χωρίς λέξεις, που μιλούσε για «πάντα», χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί. Κι εγώ, ηλίθια θαρρείς, έμαθα να σε διαβάζω. Μέχρι που τα μάτια σου σταμάτησαν να λένε ιστορίες και έγιναν καθρέφτης μιας αλήθειας που δεν μπορούσα πια να αγνοήσω.
Δεν μπορούσες να υποσχεθείς τίποτα. Και τι να υποσχεθείς, δηλαδή; Ένα μέλλον που δεν ήθελες να χτίσεις; Μια συνέχεια που δεν ήσουν έτοιμη να ζήσεις; Ένα μαζί που σου έπεφτε βαρύ; Δεν ήσουν εκεί. Ούτε στο σήμερα, ούτε στο αύριο. Ήσουν ένας ίσκιος που έμαθε να φεύγει πριν προλάβει να αφήσει ρίζες.
Σε ήθελα. Ακόμα κι όταν ήξερα πως ό,τι έδινες ήταν δανεικό, σε ήθελα. Σου έδινα χώρο, σου έδινα χρόνο, σ’ άφηνα να ξεχνάς πως εγώ δεν ήμουν φτιαγμένος για αόριστες καταστάσεις. Έμενα εκεί, να σε περιμένω, να ελπίζω, να ζω απ’ τα ψίχουλα που πέταγες.
Μα μια μέρα, κάτι έσπασε. Όχι, δεν το έσπασες εσύ. Το έσπασα εγώ. Κουράστηκα να περιμένω. Κουράστηκα να ελπίζω σε κάτι που δεν έρχεται ποτέ. Κουράστηκα να πονάω κάθε φορά που προσπαθούσα να κρατήσω κάτι που ήξερα πως δεν ανήκε ποτέ στ’ αλήθεια σε μένα.
Δεν μπορούσες πια να υποσχεθείς τίποτα. Ούτε εγώ.
Γιατί υποσχέσεις δεν χωρούν σε ανθρώπους που έμαθαν να ζουν με το «ίσως». Γιατί το «ίσως» είναι το πιο ύπουλο ψέμα που ειπώθηκε ποτέ. Δεν σου ζητάει τίποτα, δεν σου δίνει τίποτα. Κι εγώ, μ’ εσένα, είχα μείνει κολλημένος σε ένα ατελείωτο «ίσως».
Δεν ξέρω αν το κατάλαβες ποτέ. Αν ένιωσες τον θόρυβο της απουσίας μου όταν σταμάτησα να γυρίζω πίσω. Αν κάποια νύχτα έψαξες τα μάτια μου μέσα σε βλέμματα που δεν είχαν την ίδια αλήθεια. Αν θυμήθηκες ποτέ την αίσθηση του «μαζί» που σου πρόσφερα χωρίς να ζητήσω αντάλλαγμα.
Μα αν ποτέ αναρωτήθηκες, να ξέρεις… Δεν έφυγα επειδή δεν σ’ αγαπούσα. Έφυγα επειδή δεν ήσουν ποτέ εδώ για ν’ αγαπηθείς στ’ αλήθεια.
