Γράφει η Γεώρα
Όταν τελικά αυτό που θεωρούσαμε τύχη αποδεικνύεται ατυχία και ένα σκληρό μάθημα ζωής, τι κάνουμε;
Όταν η ευτυχία που χτίζαμε στο μυαλό μας υπήρχε μόνο εκεί και, από υπερβολική αισιοδοξία, πιστέψαμε πως θα γίνει πραγματικότητα, τι κάνουμε όταν «τρώμε τα μούτρα μας» και ακόμη δεν μπορούμε να χωνέψουμε πως δεν είδαμε;
Καμάρι μου, έβλεπες. Μην κοροϊδευόμαστε.
Απλώς μερικές φορές μας πιάνει αυτό το γαμώτο. Αυτό το «εγώ θα τον αλλάξω», το «εγώ θα την αλλάξω», το «μαζί μου είναι διαφορετικά».
Και κάπου εκεί, όταν σου αρκούν τα ψίχουλα ενώ αξίζεις ολόκληρο ωκεανό, κάτι έχει πάει λάθος. Η εκτίμηση για τον εαυτό σου έχει φτάσει στα τάρταρα και εσύ κάνεις πως δεν το βλέπεις.
Μόνο τα περιστέρια αρκούνται στα ψίχουλα.
Και η καρδιά σου δεν είναι περιστέρι.
Η καρδιά σου αξίζει την αγάπη που δίνεις. Το νοιάξιμο. Την προσοχή στις λέξεις. Τα βλέμματα όταν σου μιλούν. Την ενσυναίσθηση, την τρυφερότητα, τον ρομαντισμό.
Αξίζει ό,τι δίνεις.
Αξίζει μια ψυχή που να εκπέμπει στο ίδιο μήκος κύματος με εσένα.
Όμως εσύ, αχ εσύ, τυφλωμένη μου καρδιά, ντύνεις όλους με τα καλά τους, ακόμη κι όταν δεν τα έχουν. Τους ανεβάζεις τόσο ψηλά, που μετά πέφτεις εσύ από το ύψος που τους έδωσες.
Και να σου ο πόνος. Και να σου η στεναχώρια.
Γιατί, βρε ψυχούλα μου, δεν αξίζουν όλοι την καθαρότητα των λευκών που τους φοράς. Δεν μπορούν όλοι να σταθούν εκεί που τους τοποθετείς.
Η καρδιά σου αξίζει την αγνότητα που προσφέρει. Αξίζει γέλια στις στιγμές και αγκαλιές που τόσο έχει ανάγκη. Αξίζει έναν άνθρωπο που να δίνει πίσω, όχι να στέκεται απέναντι αδιάφορος, ασύμβατος, μισός.
Κι εσύ πήγες και έπεσες πάνω στο κενό.
Αλλά η ζωή βρίσκει πάντα τον δρόμο της. Απλώς καμιά φορά έχει έναν σκληρό τρόπο να μας δείξει τι ανεχτήκαμε, τι βαφτίσαμε αγάπη και πόσο λίγο ζητήσαμε από ανθρώπους που δεν είχαν να δώσουν.
Δεν είναι για να σε κάνει πέτρα.
Είναι για να σε κάνει πιο καθαρή απέναντι σε όσα θέλεις και σε όσα δεν θα δεχτείς ξανά.
Μη στεναχωριέσαι πολύ.
Προχώρα.
Θα βρεις τον σωστό δρόμο και τον σωστό τρόπο. Και μετά από όλο αυτό, κάτι πολύτιμο θα κρατάς στα χέρια σου.
Τον εαυτό σου, αυτή τη φορά, χωρίς εκπτώσεις.
