Γράφει ο Άρης Γρηγοριάδης
Από όλες τις γενναίες πράξεις που έχω ζήσει,
καμία δεν συγκρίνεται με τον τρόπο που με κοίταξες εκείνη τη φορά.
Όχι επιθετικά. Όχι επιδεικτικά.
Με εκείνο το ήρεμο, σταθερό βλέμμα που δεν ζητάει — απλώς λέει: “Σε βλέπω”.
Όχι με μάτια, με ψυχή.
Ήσουν εκεί.
Και με κοίταξες σαν να ήξερες όλες μου τις εκδοχές.
Ακόμα κι αυτές που εγώ φοβόμουν να δείξω.
Κι όμως, δεν τρόμαξες.
Δεν έκανες πίσω.
Έμεινες.
Κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως το μεγαλύτερο θάρρος δεν είναι να μιλήσεις…
Αλλά να αντέξεις να κοιτάς και να σε κοιτούν χωρίς φίλτρο.
Από θαρραλέες κινήσεις, λοιπόν, εγώ διαλέγω αυτή.
Το βλέμμα σου πάνω μου.
Που δε μου ζήτησε ποτέ να είμαι κάτι άλλο.
Που δεν προσπάθησε να με διορθώσει, να με φτιάξει, να με ελέγξει.
Που απλώς με αναγνώρισε.
Και ξέρεις τι;
Εκείνη η ματιά σου έκανε μέσα μου μεγαλύτερη φασαρία από όλες τις φωνές που είχα ακούσει μέχρι τότε.
Γιατί όταν σε κοιτά ένας άνθρωπος και νιώθεις γυμνός αλλά ασφαλής,
τότε δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς.
Μόνο να ελπίζεις…
να σε ξανακοιτάξει έτσι.
