Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Ήσουν το αγαπημένο μου λάθος. Το λάθος που δεν ήθελα να διορθώσω, που έβαζα μπροστά από τη λογική μου, που ντυνόταν με την πιο γλυκιά μορφή του πάθους. Ήσουν η απόφαση που έπαιρνα ξανά και ξανά, ακόμη κι όταν ήξερα πως στο τέλος θα πονέσω. Γιατί τότε πίστευα ότι άξιζε. Πίστευα ότι ό,τι είχαμε μπορούσε να νικήσει όλα τα «πρέπει» και όλα τα «μη».
Μέχρι που μια μέρα, ξύπνησα και κατάλαβα πως δεν άξιζες πια ούτε το «μου». Ό,τι κάποτε ήταν προνόμιο, έγινε βάρος. Δεν ήταν πια τρυφερότητα, ήταν υποχρέωση. Δεν ήταν πια σπίθα, ήταν στάχτη που μύριζε απουσία. Έπαψες να είσαι εκείνος που ήθελα να μοιράζομαι τις μέρες και τις νύχτες μου. Έγινες ο ξένος που έμενε στον πιο οικείο χώρο της ζωής μου.
Και το χειρότερο; Δεν το κατάλαβες. Συνέχισες να θεωρείς δεδομένο ότι θα με βρεις εκεί, να σε περιμένω, να σε συγχωρώ, να σε κρατάω όρθιο κάθε φορά που έπεφτες. Ξέχασες πως και εγώ μπορώ να φύγω. Ξέχασες πως η αγάπη δεν αντέχει χωρίς αμοιβαιότητα.
Ένα «αγαπημένο λάθος» μπορεί να συγχωρεί πολλά, αλλά όχι τα πάντα. Κάποια στιγμή, σταματά να είναι ρομαντικό και γίνεται αυτοκαταστροφικό. Κι εγώ αρνήθηκα να μείνω κάπου που η αγάπη μου δεν εκτιμάται. Δεν ήμουν πια διατεθειμένη να πληρώνω το τίμημα του να σε έχω.
Φεύγοντας, δεν πήρα εκδίκηση. Πήρα πίσω τον εαυτό μου. Πήρα πίσω τις μέρες που θυσίαζα για να γεμίζω το κενό σου. Πήρα πίσω τις νύχτες που ξαγρυπνούσα περιμένοντας να γυρίσεις. Και πάνω απ’ όλα, πήρα πίσω το «μου». Γιατί αυτό, το δίνεις μόνο σε εκείνους που το τιμούν.
Ίσως να μην πάψεις ποτέ να είσαι λάθος. Αλλά δεν θα είσαι πια δικό μου λάθος. Γιατί έμαθα πως τα λάθη, όταν τα αγαπάς υπερβολικά, σε καταπίνουν. Κι εγώ θέλω να αγαπώ ανθρώπους που με μεγαλώνουν, όχι που με μικραίνουν.
Κι αν κάποτε συναντηθούμε ξανά, να θυμάσαι: ήσουν το αγαπημένο μου λάθος, μέχρι που έπαψες να αξίζεις το “μου”. Από εκεί και μετά, ήσουν απλώς παρελθόν.
