Γράφει η Αστέρω
Τα πρωινά δεν είναι πάντα ευγενικά. Συχνά ξεκινούν απότομα, με βάρος στο στήθος και μια σιωπή που δεν ξεκουράζει. Ανοίγω τα μάτια και για λίγα δευτερόλεπτα εύχομαι να μπορούσα να μείνω εκεί, ανάμεσα στον ύπνο και την πραγματικότητα, πριν αρχίσει πάλι η προσπάθεια. Εκείνη την ώρα αυτό που μου λείπει περισσότερο δεν είναι η ξεκούραση. Είναι η αγκαλιά σου.
Όχι σαν ρομαντική εικόνα. Σαν ανάγκη. Σαν κάτι που θα με κρατήσει λίγο πριν σηκωθώ. Μια αγκαλιά που δε ρωτάει, δε ζητάει, δε διορθώνει. Υπάρχει για να χωρέσει όσα δεν ειπώθηκαν το βράδυ, όσα πονάνε το πρωί, όσα φοβάμαι να κουβαλήσω μόνη.
Δεν έχει λόγια, γιατί τα λόγια συχνά κουράζουν. Έχει σιωπή και ανάσα. Έχει εκείνη τη μικρή παύση που σου επιτρέπει να μείνεις αδύναμη χωρίς ενοχές. Να μην είσαι έτοιμη. Να μην είσαι καλά. Και να γίνεται αποδεκτό.
Οι μέρες που σηκώνομαι χωρίς αυτή την αγκαλιά έχουν μια απουσία που φαίνεται πιο έντονα στο φως του πρωινού. Και τότε όλα μοιάζουν πιο βαριά. Οι ευθύνες, οι άνθρωποι, οι σκέψεις. Σαν να ξεκινάς τη μέρα χωρίς πανοπλία, αλλά και χωρίς καταφύγιο.
Κι όμως, κάπου εκεί γεννιέται μια μικρή ελπίδα. Όχι δυνατή, όχι φανταχτερή. Μια ήσυχη σκέψη ότι αυτό δεν θα είναι για πάντα. Ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει εκείνο το πρωινό που δεν θα φοβάμαι να ανοίξω τα μάτια. Που πριν από όλα, θα υπάρχει εκείνο το σώμα δίπλα μου και μια αγκαλιά που θα λέει «Μείνε λίγο ακόμα. Είμαι εδώ».
Η καλημέρα που θα λέμε αγκαλιά δε θα σβήνει τις δυσκολίες. Αλλά θα τις κάνει πιο υποφερτές. Θα είναι το φως που μπαίνει χαμηλά, διστακτικά, μέσα από τις κουρτίνες. Όχι για να διώξει το σκοτάδι, αλλά για να μάς θυμίσει ότι δεν είμαστε μόνοι μέσα σε αυτό.
Και ίσως αυτό να είναι αρκετό για να σηκωθούμε.
